Η LVMH αποχωρίζεται τη μάρκα Marc Jacobs μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες, σε συμφωνία έως 850 εκατ. δολαρίων. Η κίνηση σηματοδοτεί στροφή σε πιο κερδοφόρο και «καθαρό» χαρτοφυλάκιο πολυτελείας.
Μια εμβληματική σελίδα στην ιστορία της παγκόσμιας πολυτέλειας γυρίζει η LVMH, καθώς ο γαλλικός όμιλος συμφώνησε να πουλήσει το fashion brand Marc Jacobs σε κοινοπραξία της WHP Global με την G-III Apparel Group, σε συναλλαγή που χρηματοδοτείται με έως 850 εκατ. δολάρια. Η συμφωνία κλείνει έναν κύκλο σχεδόν 30 ετών συνεργασίας, την ώρα που ο κλάδος των ειδών πολυτελείας πιέζεται από γεωπολιτικές εντάσεις και επιβράδυνση της ζήτησης.
Στροφή σε κερδοφορία και εξορθολογισμό χαρτοφυλακίου
Η απόφαση της LVMH εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αποεπένδυσης από μη βασικά περιουσιακά στοιχεία και επανατοποθέτησης κεφαλαίων σε δραστηριότητες με υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Η επιδείνωση του περιβάλλοντος για την παγκόσμια πολυτέλεια –με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή να περιορίζει τα ταξίδια και τη δαπάνη σε μια κρίσιμη αγορά– έχει αρχίσει να αποτυπώνεται στα αποτελέσματα: ο όμιλος έχει ήδη αναφέρει ότι ο πόλεμος στο Ιράν αφαίρεσε τουλάχιστον 1% από τις πωλήσεις του τελευταίου τριμήνου, με μειωμένη κατανάλωση στον Κόλπο και ασθενέστερες τουριστικές ροές στην Ευρώπη.
Στο νέο περιβάλλον, όπως επισημαίνει ο σύμβουλος εφοδιαστικής αλυσίδας Brittain Ladd, διαμορφώνεται ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο στον χώρο της «προσιτής πολυτέλειας» και των αμερικανικών designer brands. Οι μεγάλοι όμιλοι επιλέγουν να απελευθερωθούν από δευτερεύοντα brands, ενώ εξειδικευμένοι διαχειριστές εμπορικών σημάτων και κατασκευαστές, όπως η WHP και η G-III, αναλαμβάνουν ρόλο «φυσικών αγοραστών».
Το μοντέλο αυτό βασίζεται στην κατοχή της πνευματικής ιδιοκτησίας, στην επιθετική αδειοδότηση και σε πιο «λιτές» δομές, επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτερη επέκταση μέσω συνεργασιών.
Ο ρόλος WHP – G-III και η επόμενη ημέρα για το brand
Η WHP Global, με έδρα τη Νέα Υόρκη, ανακοίνωσε ότι το Marc Jacobs θα αποτελέσει κεντρικό πυλώνα του premium χαρτοφυλακίου της, το οποίο ήδη περιλαμβάνει ονόματα όπως Vera Wang, rag & bone και G-STAR. Με την προσθήκη αυτή, οι παγκόσμιες λιανικές πωλήσεις που συνδέονται με τα brands της WHP υπερβαίνουν τα 9,5 δισ. δολάρια.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η WHP θα συστήσει κοινοπραξία 50/50 με την G-III για την κατοχή της πνευματικής ιδιοκτησίας του Marc Jacobs. Η G-III θα αναλάβει τη διαχείριση και ανάπτυξη του brand σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ η WHP θα επιβλέπει την εμπορική αξιοποίηση μέσω αδειοδότησης. Ρυθμιστική κατάθεση δείχνει ότι καθεμία από τις δύο εταιρείες προτίθεται να συνεισφέρει έως 425 εκατ. δολάρια για τη χρηματοδότηση της εξαγοράς, με την G-III να χρησιμοποιεί μετρητά και την ανακυκλούμενη πιστωτική της γραμμή.
Καθοριστικό για τη διατήρηση της αξίας του brand είναι ότι ο ιδρυτής Marc Jacobs, ο οποίος λάνσαρε τη μάρκα το 1984, παραμένει στη θέση του δημιουργικού διευθυντή, διασφαλίζοντας συνέχεια στην αισθητική ταυτότητα και στις συλλογές πασαρέλας. Ο ίδιος εξέφρασε δημόσια την ευγνωμοσύνη του προς τον Bernard Arnault για τη στήριξη τριών δεκαετιών, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του στη Louis Vuitton, όπου εισήγαγε prêt-à-porter και συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως οι Richard Prince και Takashi Murakami, γεφυρώνοντας μόδα, τέχνη και ποπ κουλτούρα.
Η συναλλαγή, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους, αναδεικνύει τη σταδιακή αναδιάταξη ισορροπιών στον κλάδο: οι γαλλικοί κολοσσοί πολυτελείας επικεντρώνονται στα «κοσμήματα του στέμματος», ενώ η διαχείριση ισχυρών αλλά δευτερευόντων brands περνά σε πιο εξειδικευμένους παίκτες με όχημα την αδειοδότηση και την ταχεία διεθνοποίηση.
Σχόλιο
: Η πώληση του Marc Jacobs επιβεβαιώνει ότι η εποχή της άνευ όρων επέκτασης έχει τελειώσει για τους ομίλους πολυτελείας: το κεφάλαιο κατευθύνεται πλέον σε brands με κορυφαία κερδοφορία, ενώ η «μεσαία» πολυτέλεια περνά σε funds και διαχειριστές IP που ξέρουν να εκμεταλλεύονται στο έπακρο την αδειοδότηση και τις συνεργασίες.






