Η βρετανική πολιτική σκηνή βυθίζεται σε εμφύλιο στους Εργατικούς, ενώ οι πολίτες αντιμετωπίζουν νέα έκρηξη τιμών και στασιμότητα εισοδημάτων. Το χάσμα μεταξύ Γουέστμινστερ και κοινωνίας διευρύνεται επικίνδυνα.
Η βρετανική πολιτική σκηνή βρίσκεται σε μια από τις πιο ταραγμένες φάσεις της πρόσφατης ιστορίας της. Την ώρα που η χώρα οδεύει προς την τρίτη οικονομική κρίση μέσα σε έξι χρόνια, το Εργατικό Κόμμα βυθίζεται σε εσωτερικό πόλεμο διαδοχής, με το Γουέστμινστερ να κατηγορείται ότι λειτουργεί ως «κουκούλι» αποκομμένο από την πραγματικότητα των πολιτών.
Εμφύλιος διαδοχής και κατάρρευση του δικομματισμού
Αφετηρία της εσωκομματικής αναταραχής υπήρξε η απρόσμενη κίνηση της βουλευτού Κάθριν Γουεστ να αμφισβητήσει την ηγεσία του Κιρ Στάρμερ, ανοίγοντας τον δρόμο για μια κούρσα διαδοχής στην οποία φέρονται να ετοιμάζονται να μπουν ο Γουές Στρίτινγκ και ο Άντι Μπέρνχαμ. Η κίνηση αυτή ήρθε μετά τις πρόσφατες εκλογές, οι οποίες έδειξαν ότι οι Εργατικοί οδεύουν σε βαριά ήττα από τον Νάιτζελ Φάρατζ και το κόμμα Reform, που επενδύει ανοιχτά σε μια πολιτική εθνοτικής πόλωσης.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια βαθιά συστημική μετατόπιση: μόλις ένας στους τρεις ψηφοφόρους στήριξε τα δύο παραδοσιακά κόμματα. Οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν σε σχηματισμούς που μέχρι πρόσφατα λογίζονταν ως «διαμαρτυρίας», όπως το Reform και οι Πράσινοι, ή σε εθνικιστικά κόμματα όπως το Plaid Cymru στην Ουαλία, το οποίο μάλιστα επικράτησε του Reform σε περιοχή με ισχυρή φιλο-Brexit παράδοση.
Παρά τα προειδοποιητικά αυτά σημάδια, μεγάλο μέρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Εργατικών εμφανίζεται περισσότερο απορροφημένο σε εσωτερικές συμμαχίες – οι «Burn-sheviks» εναντίον των «Wes-sheviks», όπως σατιρικά βαφτίστηκε η σύγκρουση – παρά σε έναν ουσιαστικό διάλογο για το πώς θα ανακοπεί η άνοδος του Φάρατζ.
Κόστος ζωής, στασιμότητα και οργή των ψηφοφόρων
Το κεντρικό ερώτημα για τη βρετανική κοινωνία δεν είναι ποιος θα κάθεται στο τραπέζι του υπουργικού συμβουλίου, αλλά ποιος θα διαχειριστεί μια οικονομία που δοκιμάζεται ξανά. Μετά την πανδημία και το ενεργειακό σοκ από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν προκαλεί νέα άνοδο τιμών σε καύσιμα και τρόφιμα. Αναλυτές εκτιμούν ότι ως το φθινόπωρο ο μέσος λογαριασμός τροφίμων θα είναι κατά 50% υψηλότερος σε σχέση με την αρχή της προηγούμενης κρίσης ακρίβειας.
Την ίδια στιγμή, τα πραγματικά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα από τη χρηματοπιστωτική κρίση, η πρόσβαση στη στέγη για τους νέους είναι σχεδόν απαγορευτική, ενώ τα στοιχεία για την υγεία δείχνουν ότι ένα παιδί που γεννιέται σήμερα αναμένεται να περάσει μικρότερο μέρος της ζωής του σε καλή υγεία σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια. Όλα αυτά τροφοδοτούν μια βαθιά, δικαιολογημένη απαισιοδοξία ότι το αύριο θα είναι χειρότερο από το σήμερα.
Οι περιορισμένες παρεμβάσεις και το ζητούμενο για τους Εργατικούς
Ορισμένες κινήσεις της κυβέρνησης Στάρμερ, όπως το νομοσχέδιο για τη διακοπή πώλησης νέων κοινωνικών κατοικιών ή η εθνικοποίηση της British Steel στο Σκάνθορπ, αναγνωρίζονται ως βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο επικρίνονται ως ανεπαρκείς σε κλίμακα και φιλοδοξία, ιδιαίτερα όταν παράλληλα επιτρέπεται η κατάρρευση άλλων βιομηχανικών μονάδων, όπως στο Πορτ Τάλμποτ.
Έρευνα της Labour Growth Group δείχνει ότι το 72% των Βρετανών θεωρεί την κρίση κόστους ζωής δομικό πρόβλημα και όχι παροδική πίεση. Η κοινωνία, σημειώνει, βρίσκεται «πολύ μπροστά από την πολιτική της τάξη», η οποία συνεχίζει να ανακυκλώνει συνταγές «περισσότερης αγοράς» και τεχνοκρατικής «παράδοσης» πολιτικών, που τα τελευταία χρόνια δεν απέδωσαν.
Για όποιον διεκδικεί την ηγεσία των Εργατικών, το πραγματικό στοίχημα είναι αν θα παρουσιάσει πειστικό σχέδιο για ανάταξη των βιοτικών επιπέδων, αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης σε ένα πολιτικό σύστημα που φαντάζει εξαντλημένο. Χωρίς μια τέτοια στροφή προς την κοινωνία, ο εσωκομματικός εμφύλιος κινδυνεύει να αποδειχθεί απλώς το προοίμιο για μια ιστορική ήττα και την παγίωση ακραίων δυνάμεων στο βρετανικό πολιτικό τοπίο.
Σχόλιο
: Η βρετανική περίπτωση λειτουργεί ως προειδοποίηση και για άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες: όταν τα μεγάλα κόμματα εγκλωβίζονται σε εσωτερικές ισορροπίες και υποτιμούν τη διαρκή συμπίεση των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, ανοίγουν τον δρόμο σε λαϊκιστικές, συχνά ακραίες δυνάμεις. Η αναμέτρηση δεν είναι μόνο εκλογική, αλλά βαθιά κοινωνική και αξιακή – και απαιτεί προγράμματα που να αγγίζουν απτά την καθημερινότητα, όχι απλώς επικοινωνιακή διαχείριση κρίσεων.
#Βρετανία #Εργατικοί #Φάρατζ #ΚόστοςΔιαβίωσης #ΠολιτικήΚρίση






