Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι δεν θα συμβούλευε σήμερα τα παιδιά του να σπουδάσουν ή να εργαστούν στις ΗΠΑ, επικαλούμενος το επιδεινούμενο κοινωνικό κλίμα. Οι δηλώσεις του έρχονται σε φάση ήδη τεταμένων σχέσεων με τον Ντόναλντ Τραμπ και επηρεάζουν την εικόνα της διατλαντικής συνεργασίας.
Σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό αποτύπωμα αφήνουν οι δηλώσεις του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος, μιλώντας στο Γερμανικό Καθολικό Συνέδριο στο Βίρτσμπουργκ, τόνισε ότι «σήμερα δεν θα συνιστούσε» ούτε στα παιδιά του ούτε σε άλλους νέους Γερμανούς να μεταβούν στις ΗΠΑ για σπουδές ή εργασία. Ο Μερτς, που στο παρελθόν είχε στενή επαγγελματική σχέση με τις ΗΠΑ μέσω της BlackRock, περιέγραψε μια χώρα όπου «ακόμη και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι δυσκολεύονται να βρουν δουλειά» και μίλησε για ένα «κοινωνικό κλίμα που έχει ξαφνικά αναπτυχθεί».
Κριτική στο αμερικανικό κλίμα και μήνυμα προς τη νεολαία
Αν και αυτοπροσδιορίστηκε ως «μεγάλος θαυμαστής της Αμερικής», ο καγκελάριος παραδέχθηκε ότι «αυτή τη στιγμή ο θαυμασμός του δεν αυξάνεται». Η φράση του προκάλεσε γέλια αλλά και έντονο ενδιαφέρον στο ακροατήριο των περίπου 1.600 συμμετεχόντων, πολλοί εκ των οποίων νέοι. Η τοποθέτηση δεν ήταν απλώς μια προσωπική εξομολόγηση: λειτουργεί ως πολιτικό σήμα για τη γερμανική νεολαία, η οποία επί δεκαετίες έβλεπε τις ΗΠΑ ως προνομιακό προορισμό κοινωνικής κινητικότητας και καινοτομίας.
Η κριτική στο «κοινωνικό κλίμα» στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την επισήμανση των δυσκολιών στην αγορά εργασίας ακόμη και για υψηλά καταρτισμένους, αντανακλά την ανησυχία για την πόλωση, τις ανισότητες και την αβεβαιότητα στην αμερικανική κοινωνία. Παράλληλα, αναδεικνύει και την επιθυμία του Βερολίνου να κρατήσει περισσότερο ταλαντούχους νέους εντός Γερμανίας, σε μια περίοδο που η ίδια η χώρα αντιμετωπίζει δημογραφικές πιέσεις και ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό.
Τεταμένες σχέσεις με Τραμπ και διπλό μήνυμα προς Ουάσιγκτον
Οι δηλώσεις δεν γίνονται σε διπλωματικό κενό. Προηγήθηκε δημόσια αντιπαράθεση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μετά την εκτίμηση του Μερτς ότι το Ιράν «ταπεινώνει» την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ απάντησε χαρακτηρίζοντας τον Γερμανό καγκελάριο «τρομερά κακό» ηγέτη και ανακοίνωσε την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από βάσεις στη Γερμανία, κίνηση με σαφές πολιτικό και συμβολικό βάρος για το ΝΑΤΟ.
Ενδιαφέρον έχει ότι, παρά τη σκληρή ρητορική εκατέρωθεν, ο Μερτς αποκάλυψε πρόσφατα πως είχε «καλή τηλεφωνική συνομιλία» με τον Τραμπ, στην οποία συμφώνησαν ότι το Ιράν πρέπει να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και ότι τα Στενά του Ορμούζ οφείλουν να παραμείνουν ανοιχτά. Υπογράμμισε επίσης ότι ΗΠΑ και Γερμανία παραμένουν «ισχυροί εταίροι σε ένα ισχυρό ΝΑΤΟ» και ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στην Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Εσωτερικές πιέσεις και η ανάγκη για καλύτερη επικοινωνία
Στο ίδιο συνέδριο, ο Μερτς αναγνώρισε προβλήματα επικοινωνίας και εσωτερικές τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών. Παραδέχθηκε ότι «ίσως μαλώνουμε λίγο περισσότερο και δεν παράγουμε αρκετά αποτελέσματα» και ότι ο ίδιος πρέπει να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο εξηγεί τις πολιτικές του στην κοινωνία. Με δεδομένα τα πολύ χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης από την κυβέρνηση και την ενίσχυση της ακροδεξιάς AfD, η στροφή σε πιο αιχμηρές, προσωπικές δηλώσεις για τις ΗΠΑ μπορεί να ιδωθεί και ως προσπάθεια διαφοροποίησης στο εσωτερικό ακροατήριο.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Μερτς λειτουργεί σε δύο επίπεδα: ως μήνυμα προς την Ουάσιγκτον ότι η Γερμανία δεν θεωρεί πλέον αυτονόητη τη θελκτικότητα του αμερικανικού μοντέλου και ως σήμα προς τους Γερμανούς ψηφοφόρους ότι ο καγκελάριος παίρνει αποστάσεις από τις επιλογές Τραμπ. Όμως, με δεδομένη την εξάρτηση της Γερμανίας από τη διατλαντική ασφάλεια και την οικονομική διασύνδεση με τις ΗΠΑ, τέτοιες δηλώσεις ενέχουν τον κίνδυνο να οξύνουν τις προσωπικές εντάσεις χωρίς να αλλάξουν την ουσία της στρατηγικής σχέσης.






