Η ΔΕΗ μέσω της FiberGrid ζητά ειδικό πλαίσιο για νεοεισερχόμενους στη δημοπρασία ραδιοφάσματος, αμφισβητώντας τον σχεδιασμό της ΕΕΤΤ. Οι υφιστάμενοι πάροχοι εστιάζουν κυρίως στο ύψος των τιμών εκκίνησης και στις υποχρεώσεις κάλυψης.
Η δημόσια διαβούλευση της ΕΕΤΤ για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στις ζώνες 900 MHz και 1.800 MHz ανέδειξε μια στρατηγική σύγκρουση: την προσπάθεια της ΔΕΗ, μέσω της θυγατρικής FiberGrid, να εξασφαλίσει όρους ουσιαστικής εισόδου στην κινητή τηλεφωνία, απέναντι σε ένα πλαίσιο που –όπως υποστηρίζει– ευνοεί πρωτίστως την ανανέωση των αδειών των υφιστάμενων παικτών.
Η στρατηγική της ΔΕΗ FiberGrid και το αίτημα για «πραγματική» είσοδο
Ο όμιλος ΔΕΗ δηλώνει ότι προτίθεται να συμμετάσχει στην επικείμενη απονομή φάσματος με στόχο την ανάπτυξη νέας υποδομής 5G στην Ελλάδα μέσω της FiberGrid. Υπογραμμίζει ότι η είσοδος ενός νέου παρόχου δικτύου κινητών επικοινωνιών μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό, να βελτιώσει την ποιότητα υπηρεσιών και να στηρίξει την ψηφιακή οικονομία.
Η FiberGrid επικαλείται τις πρόσφατες επενδύσεις της σε δίκτυα οπτικών ινών, που στοχεύουν στην κάλυψη 3,8 εκατ. νοικοκυριών έως το 2030, με συνολική εκτιμώμενη επένδυση 680 εκατ. ευρώ, ως απόδειξη χρηματοοικονομικής ισχύος και επιχειρησιακής ετοιμότητας για ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών δικτύων μεγάλης κλίμακας. Κατά τον όμιλο, με το κατάλληλο χαρτοφυλάκιο φάσματος η εταιρεία μπορεί να στηρίξει υποδομές κινητών επικοινωνιών πανελλαδικά.
Ωστόσο, η ΔΕΗ θεωρεί ότι οι τρέχουσες προτάσεις της ΕΕΤΤ εστιάζουν στην εκ νέου παραχώρηση φάσματος στους υφιστάμενους παρόχους και δεν περιλαμβάνουν επαρκείς διατάξεις στήριξης νεοεισερχόμενων. Ζητά επικαιροποίηση του μοντέλου του 2020, προσαρμοσμένου στις σημερινές συνθήκες, με:
• Διευρυμένη προσφορά φάσματος, με επιπλέον ζώνες 1.500 MHz, 800 MHz και 2.600 MHz.
• Δεσμευμένο φάσμα για νεοεισερχόμενους: 2×10 MHz στα 900 MHz, 2×20 MHz στα 1.800 MHz και 40 MHz στη ζώνη TDD των 2.600 MHz.
• Αναλογικές υποχρεώσεις κάλυψης, που να λαμβάνουν υπόψη ότι ο νεοεισερχόμενος ξεκινά από μηδενική υποδομή.
• Υποχρεώσεις εθνικής περιαγωγής στους υφιστάμενους παρόχους, ώστε ο νέος παίκτης να μπορεί να ανταγωνιστεί όσο «χτίζει» δίκτυο.
• Άδειες αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τον Νόμο για τα Ψηφιακά Δίκτυα, για στήριξη μακροπρόθεσμων επενδύσεων.
Οι αντιρρήσεις ΟΤΕ, οι ενστάσεις για τις τιμές και ο ρόλος της GSMA
Ο ΟΤΕ καταθέτει κριτικές παρατηρήσεις, αντιτιθέμενος στην τοπική περιαγωγή, την οποία χαρακτηρίζει «τεχνικά ανέφικτη» και ακατάλληλη για κάλυψη περιοχών χωρίς επαρκές σήμα (white spots), προειδοποιώντας για κίνδυνο στρεβλώσεων ανταγωνισμού. Διαφωνεί επίσης με υποχρεώσεις επίτευξης πραγματικών ταχυτήτων στο πεδίο βάσει προβλέψεων του ΕΚΑΔ και με διαφοροποιημένες υποχρεώσεις ανά ζώνη συχνοτήτων.
Η NOVA, αν και συναινεί στη δομή της δημοπρασίας (πολλαπλοί γύροι, αύξουσα προσφορά και κατανομή σε συνεχόμενα τμήματα φάσματος), θεωρεί τις προτεινόμενες τιμές εκκίνησης «υπερβολικά υψηλές». Επικρίνει τη συγκριτική αξιολόγηση της ΕΕΤΤ και ζητά χαμηλότερες τιμές, που να λαμβάνουν υπόψη το αυξημένο κόστος των προτεινόμενων υποχρεώσεων κάλυψης, τις οποίες επίσης χαρακτηρίζει ιδιαίτερα απαιτητικές.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Vodafone Greece υπενθυμίζει ότι στη δημοπρασία του 2020 για τη ζώνη των 2.100 MHz η τιμή εκχώρησης για τμήμα 2×5 MHz ήταν 8,8 εκατ. ευρώ για 15 έτη, ή 10 εκατ. ευρώ για 20 έτη, τιμή που –λόγω συνάφειας με τη ζώνη των 1.800 MHz– θεωρεί ότι αντανακλά καλύτερα την αξία του φάσματος σε σχέση με τις σημερινές προτάσεις. Υπενθυμίζεται ότι το προς δημοπράτηση φάσμα αποτιμάται σε περίπου 225 εκατ. ευρώ σε τιμές εκκίνησης, με την τελική αξία να εξαρτάται από το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η GSMA, εκπροσωπώντας την παγκόσμια βιομηχανία κινητής, προτείνει στην ΕΕΤΤ έγκαιρη ανανέωση αδειών πριν από τη λήξη τους και τιμολόγηση φάσματος που ενθαρρύνει επενδύσεις, με συντηρητικά τέλη ανανέωσης που αντανακλούν τις σημερινές συνθήκες της ελληνικής αγοράς και όχι ιστορικές τιμές. Ανοίγει ακόμη και τη συζήτηση για ανανεώσεις χωρίς χρέωση, εφόσον συνδέονται με δεσμεύσεις επενδύσεων και στόχους συνδεσιμότητας.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση της ΔΕΗ στη διαβούλευση μετατρέπει τη δημοπρασία φάσματος από τεχνική διαδικασία ανανέωσης αδειών σε πεδίο αναδιάταξης της αγοράς κινητής. Αν η ΕΕΤΤ υιοθετήσει ουσιαστικές ρήτρες για νεοεισερχόμενους, το τοπίο μπορεί να αποκτήσει τέταρτο δίκτυο με ισχυρή κεφαλαιακή βάση, πιέζοντας τιμές και περιθώρια των υφιστάμενων παρόχων αλλά ενισχύοντας τις επενδύσεις σε 5G. Αν, αντίθετα, επικρατήσει η λογική της «ήπιας» ανανέωσης με υψηλές τιμές εκκίνησης, το Δημόσιο θα μεγιστοποιήσει βραχυπρόθεσμα έσοδα, με τίμημα όμως τον περιορισμό του ανταγωνισμού και της επενδυτικής όρεξης σε μια κρίσιμη ψηφιακή υποδομή για την επόμενη δεκαετία.






