Νέα ένταση στο πολιτικοοικονομικό πεδίο προκαλεί η δημόσια παρέμβαση του Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας για τη ΔΕΗ, επαναφέροντας στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά: ποιος τελικά ωφελείται από τον μετασχηματισμό της μεγαλύτερης ενεργειακής εταιρείας της χώρας.
Η παρέμβαση έρχεται ως συνέχεια της κριτικής του Αλέξης Τσίπρας για την επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, σε ένα timing όπου η ΔΕΗ επιχειρεί να χρηματοδοτήσει ένα επενδυτικό πλάνο-μαμούθ ύψους 24 δισ. ευρώ έως το 2030. Το αφήγημα της διοίκησης και της κυβέρνησης είναι σαφές: ενεργειακή μετάβαση, ανάπτυξη, ενίσχυση της αξίας της εταιρείας. Το Ινστιτούτο όμως έρχεται να το «σπάσει» σε κομμάτια, μιλώντας για επιλεκτική χρήση στοιχείων και για στρατηγική που δεν εγγυάται κοινωνική ανταπόδοση.
Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται η έννοια του ρόλου του Δημοσίου. Σύμφωνα με την ανάλυση, το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί ως παθητικός χρηματοδότης ιδιωτικών αποδόσεων. Η συμμετοχή του με 1,3 δισ. ευρώ στη νέα ΑΜΚ — σε συνδυασμό με περίπου 2 δισ. ευρώ που έχουν ήδη διοχετευθεί μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης — δημιουργεί εύλογες απαιτήσεις για μετρήσιμα αποτελέσματα στην κοινωνία. Με απλά λόγια: αν το ρίσκο είναι δημόσιο, δεν γίνεται το όφελος να είναι αποκλειστικά ιδιωτικό.
Το Ινστιτούτο αποδομεί το βασικό επιχείρημα ότι το επενδυτικό πρόγραμμα διασφαλίζει τους στρατηγικούς στόχους της χώρας, θέτοντας τρία πρακτικά KPIs που μέχρι σήμερα δεν έχουν απαντηθεί με σαφήνεια: μείωση τιμών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενίσχυση ενεργειακής αυτονομίας και δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας. Στο operational επίπεδο, αυτά είναι τα metrics που καθορίζουν αν ένα ενεργειακό σχέδιο έχει πραγματική αξία ή απλώς παράγει λογιστικά αποτελέσματα.
Η δεύτερη γραμμή επίθεσης αφορά το αφήγημα περί «κατάρρευσης» της ΔΕΗ την περίοδο 2015–2019. Τα στοιχεία που παρατίθενται δείχνουν ότι το καθαρό χρέος μειώθηκε εκείνη την περίοδο, ενώ σήμερα κινείται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα. Το κρίσιμο όμως δεν είναι το απόλυτο νούμερο, αλλά η τάση: ο δείκτης καθαρό χρέος προς EBITDA επιδεινώνεται, πλησιάζοντας τα όρια που θέτει η ίδια η εταιρεία. Με corporate όρους, αυτό σημαίνει αυξημένη μόχλευση και ανάγκη για νέα κεφάλαια ώστε να συνεχιστεί το growth story χωρίς να «σπάσουν» τα όρια ρίσκου.
Εδώ εντοπίζεται και η ουσία της κριτικής: η ΔΕΗ φαίνεται να μετακινείται από μοντέλο σταθεροποίησης σε μοντέλο επιθετικής επέκτασης. Και αυτό, σε ένα περιβάλλον όπου οι υψηλές τιμές ενέργειας λειτουργούν ως βασικός driver κερδοφορίας. Το Ινστιτούτο ουσιαστικά λέει αυτό που λίγοι λένε δημόσια: όταν τα κέρδη συνδέονται με ακριβή ενέργεια, τότε υπάρχει εγγενής σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εταιρείας και κοινωνίας.
Το τρίτο και πιο «ευαίσθητο» σημείο αφορά τα μερίσματα. Η υπόσχεση για υψηλές αποδόσεις προς τους μετόχους παρουσιάζεται ως όφελος για το Δημόσιο. Ωστόσο, η ανάλυση επισημαίνει ότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η λογιστική απόσβεση της επένδυσης, αλλά ο στρατηγικός ρόλος του κράτους: επενδυτής που κυνηγά μερίσματα ή εγγυητής χαμηλού ενεργειακού κόστους; Στην πράξη, τα δύο αυτά objectives δεν συμβαδίζουν πάντα.
Η συζήτηση αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα αν ενσωματωθεί η κοινωνική διάσταση. Η αύξηση των τιμών ρεύματος τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά ενεργειακής φτώχειας, δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ενεργειακή πολιτική δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα — είναι θέμα κοινωνικής συνοχής. Και εδώ η κριτική γίνεται πιο αιχμηρή: η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών της εταιρείας δεν έγινε σε «ουδέτερο» περιβάλλον, αλλά μέσα σε μια περίοδο έντονης πίεσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
SBC Σχολιο
Το debate για τη ΔΕΗ δεν είναι τεχνικό — είναι καθαρά στρατηγικό. Η εταιρεία έχει μπει σε φάση growth και αυτό είναι θετικό. Το ερώτημα είναι με ποιο μοντέλο: shareholder value ή κοινωνική ισορροπία. Αν δεν υπάρξει ξεκάθαρη απάντηση, η σύγκρουση αυτή θα ενταθεί και θα γίνει πολιτικό ρίσκο πρώτης γραμμής. Και τότε, το θέμα δεν θα είναι τα EBITDA, αλλά η ίδια η βιωσιμότητα του ενεργειακού μοντέλου της χώρας.







