Ο Λιθουανός κεντρικός τραπεζίτης Γκεντιμίνας Σίμκους τάσσεται υπέρ νέας αύξησης επιτοκίων τον Ιούνιο, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο «δεύτερου γύρου» πληθωρισμού. Η τοποθέτησή του ενισχύει το σενάριο συνέχισης της σύσφιγξης από την ΕΚΤ, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος χρηματοδότησης σε όλη την Ευρωζώνη.
Η συζήτηση για την επόμενη κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μπαίνει σε τελική ευθεία, με τον Γκεντιμίνας Σίμκους, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Λιθουανίας, να δηλώνει ότι χρειάζεται νέα αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο. Υπογραμμίζει ότι η κίνηση είναι αναγκαία για να συγκρατηθούν οι πληθωριστικές πιέσεις και να αποφευχθούν οι λεγόμενες «δευτερογενείς επιδράσεις» στις τιμές και τους μισθούς.
Τι προτείνει ο Σίμκους για την απόφαση του Ιουνίου
Ο Σίμκους τάχθηκε υπέρ αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης, με βάση –όπως σημειώνει– τα σημερινά δεδομένα, απορρίπτοντας ως υπερβολική μια κίνηση κατά 50 μονάδες βάσης. Κατά την άποψή του, μια έγκαιρη αλλά μετρημένη αύξηση είναι προτιμότερη από το να καθυστερήσει η ΕΚΤ και να βρεθεί αργότερα μπροστά στην ανάγκη ακόμη πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη γραμμή «βήμα-βήμα» που έχει υιοθετήσει η Φρανκφούρτη, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην καταπολέμηση του πληθωρισμού και στην αποφυγή σοκ στην πραγματική οικονομία.
Ο φόβος του «δεύτερου γύρου» και οι μισθολογικές απαιτήσεις
Κεντρικό επιχείρημα του Σίμκους είναι ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης των προσδοκιών για τον πληθωρισμό. Εξηγεί ότι η ΕΚΤ θέλει να αποφύγει ένα σενάριο όπου οι επιχειρήσεις προχωρούν σε εκ των προτέρων αυξήσεις τιμοκαταλόγων και οι εργαζόμενοι ζητούν υψηλότερες μισθολογικές αυξήσεις, επειδή βλέπουν τις τιμές τροφίμων και λογαριασμών ενέργειας να παραμένουν αυξημένες. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και αν οι αρχικές εξωγενείς πιέσεις (ενέργεια, γεωπολιτική) υποχωρήσουν, ο εγχώριος πυρήνας του πληθωρισμού μπορεί να παγιωθεί σε επίπεδα πάνω από τον στόχο του 2%, υποχρεώνοντας την ΕΚΤ σε πιο παρατεταμένη και επιθετική σύσφιγξη.
Μέση Ανατολή, τιμές πετρελαίου και ο κίνδυνος για την Ευρωζώνη
Ο Σίμκους αναγνωρίζει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει πηγή αβεβαιότητας, ωστόσο κρίνει πως ο σημερινός αντίκτυπος είναι λιγότερο οξύς σε σχέση με το 2022. Οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται μεν υψηλότερα από τα χαμηλά του Μαρτίου, αλλά –όπως σημειώνει– παραμένουν κάτω από το δυσμενές όριο που έχει εξετάσει η ΕΚΤ σε εναλλακτικά σενάρια. Αυτό δίνει στη Φρανκφούρτη μεγαλύτερο περιθώριο να εστιάσει στον εγχώριο πληθωρισμό υπηρεσιών και στις μισθολογικές συμφωνίες, παρά σε έναν άμεσο κίνδυνο ενεργειακού σοκ όπως στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία.
Τι σηματοδοτεί η παρέμβαση για τη στρατηγική της ΕΚΤ
Η δημόσια τοποθέτηση του Σίμκους λειτουργεί ως ένδειξη ότι στο εσωτερικό του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένει ισχυρό το μπλοκ που προκρίνει τη συνέχιση της σύσφιγξης. Αν και η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τα επικαιροποιημένα στοιχεία πληθωρισμού και ανάπτυξης, η επιχειρηματολογία του κινείται στη γραμμή «καλύτερα ένα ακόμη βήμα τώρα, παρά μεγαλύτερα βήματα αργότερα». Για τις αγορές, αυτό ενισχύει την προσδοκία ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ θα παραμείνουν σε περιοριστικό επίπεδο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν ο ρυθμός των αυξήσεων επιβραδύνεται.
Επιπτώσεις για κόστος δανεισμού, τράπεζες και κράτη
Μια νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης σημαίνει περαιτέρω άνοδο στο κόστος χρηματοδότησης για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά της Ευρωζώνης. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων τείνουν να ενσωματώνουν την προοπτική υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης χρέους, ιδίως για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος. Για τις τράπεζες, η εικόνα είναι πιο σύνθετη: βραχυπρόθεσμα ενισχύονται τα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά η επιβάρυνση δανειοληπτών αυξάνει τον κίνδυνο καθυστερήσεων και αναδιαρθρώσεων, ειδικά σε κλάδους με υψηλή μόχλευση.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η γραμμή Σίμκους σημαίνει ότι το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων ενδέχεται να διατηρηθεί περισσότερο απ’ όσο προεξοφλούσε μέχρι πρόσφατα η αγορά. Αυτό ασκεί πρόσθετη πίεση στο κόστος δανεισμού του Δημοσίου, περιορίζει τον βαθμό ελευθερίας της δημοσιονομικής πολιτικής και αυξάνει το βάρος για επιχειρήσεις με μεγάλο τραπεζικό δανεισμό. Ταυτόχρονα, η σταδιακή άνοδος των επιτοκίων καταθέσεων ενισχύει τα έσοδα των ελληνικών τραπεζών, αλλά απαιτεί προσεκτική διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου, ειδικά σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια. Για τους εγχώριους επενδυτές, η προοπτική παρατεταμένων υψηλών επιτοκίων μετατοπίζει μέρος του ενδιαφέροντος προς τα ομόλογα και τα προϊόντα σταθερού εισοδήματος, ενώ διαμορφώνει πιο απαιτητικό περιβάλλον αποτίμησης για τις μετοχές με έντονη εξάρτηση από φθηνή χρηματοδότηση.






