Η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από την αγορά τέχνης είναι ότι παραμένει ένας χώρος όπου η αξία καθορίζεται από το ίδιο το έργο. Στην πραγματικότητα, αυτό έχει ήδη αλλάξει. Η τέχνη δεν αγοράζεται πλέον μόνο για αυτό που είναι, αλλά για αυτό που σημαίνει και κυρίως για αυτό που προσφέρει μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ισχύος, επιρροής και τοποθέτησης. Ο σύγχρονος συλλέκτης δεν κινείται αποκλειστικά από αισθητική κρίση αλλά από μια σύνθετη αντίληψη όπου το έργο λειτουργεί ως μέσο συμμετοχής σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, ως ένδειξη πρόσβασης και ως στοιχείο που ενισχύει την προσωπική του θέση μέσα σε ένα δίκτυο που ξεπερνά κατά πολύ την ίδια την τέχνη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημιουργία χάνει την αξία της, αλλά ότι η αγορά της αποκτά άλλη λογική. Η επιλογή ενός έργου δεν είναι πλέον αποκομμένη από το ποιος το στηρίζει, πού εκτίθεται και πώς εντάσσεται στο συνολικό αφήγημα της αγοράς, κάτι που μετατρέπει την απόφαση από προσωπική σε στρατηγική. Οι καλλιτέχνες εξακολουθούν να δημιουργούν, αλλά η πορεία τους δεν καθορίζεται μόνο από τη δουλειά τους· καθορίζεται από το αν μπορούν να ενταχθούν σε ένα σύστημα που λειτουργεί με όρους κεφαλαίου, προβολής και ελέγχου της προσφοράς. Αυτό το σύστημα δεν είναι αόρατο, αλλά για πολλούς παραμένει ακατανόητο, και εκεί ακριβώς δημιουργείται το μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που διαβάζουν την αγορά και σε αυτούς που απλώς ακολουθούν τις τιμές της.
Η τέχνη δεν έγινε πιο εμπορική από πριν. Έγινε πιο ειλικρινής ως προς το πώς λειτουργεί. Το έργο δεν παύει να είναι φορέας νοήματος, αλλά η αγορά του δεν κινείται με βάση αυτό το νόημα. Κινείται με βάση τη θέση του έργου μέσα σε ένα σύστημα αξίας που καθορίζεται από λίγους και επηρεάζει πολλούς. Και όσο αυτή η πραγματικότητα γίνεται πιο ξεκάθαρη, τόσο η αντίληψη ότι η τέχνη αγοράζεται “για την τέχνη” μοιάζει περισσότερο με ρομαντική ανάγνωση παρά με περιγραφή της αγοράς όπως πραγματικά είναι σήμερα.
SBC Σχόλιο
Η αγορά τέχνης δεν έχει χάσει την ουσία της. Απλώς δεν την βάζει πρώτη. Όποιος το αγνοεί, αγοράζει με λάθος κριτήρια.







