Δύο οργανώσεις ασθενών και κοινωνικής δικαιοσύνης απειλούν με προσφυγή στη Δικαιοσύνη κατά της βρετανικής κυβέρνησης για τη συμφωνία φαρμακευτικών τιμών που συνδέεται με τον Ντόναλντ Τραμπ. Στο στόχαστρο βρίσκεται η αλλαγή των κανόνων κοστολόγησης του NHS και ο περιορισμός του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με τη βρετανική κυβέρνηση βρίσκονται οργανώσεις ασθενών και κοινωνικής δικαιοσύνης, με αφορμή τη συμφωνία Λονδίνου–Ουάσιγκτον για την τιμολόγηση φαρμάκων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS). Η συμφωνία, που συνδέεται άμεσα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τον ευρύτερο εμπορικό άξονα ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρείται από τους επικριτές ότι ανοίγει την πόρτα σε ακριβότερα φάρμακα και ενισχυμένη επιρροή της φαρμακοβιομηχανίας στις δαπάνες υγείας.
Η αμφιλεγόμενη ρύθμιση και ο ρόλος του NICE
Οι οργανώσεις Just Treatment και Global Justice Now απέστειλαν επιστολή στον νέο υπουργό Υγείας Τζέιμς Μάρεϊ, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι παραβίασε κοινοβουλευτικές διαδικασίες, καθώς άλλαξε τους κανόνες κοστολόγησης φαρμάκων του NHS για να ικανοποιήσει απαιτήσεις της Ουάσιγκτον. Τον προηγούμενο μήνα, κανονιστική πράξη που πέρασε «αθόρυβα» έδωσε στον υπουργό Υγείας διευρυμένες εξουσίες να κατευθύνει τις δαπάνες του NHS για φάρμακα.
Η ρύθμιση συνδέεται με συμφωνία του Δεκεμβρίου, με βάση την οποία το Λονδίνο δεσμεύτηκε να αυξήσει τις δαπάνες για νέα φάρμακα, εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα δασμολογική ατέλεια για την πρόσβαση της βρετανικής φαρμακοβιομηχανίας στην αμερικανική αγορά για τουλάχιστον τρία χρόνια. Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας είναι αύξηση κατά 25% του ορίου κόστους–αποτελεσματικότητας που χρησιμοποιεί ο εθνικός οργανισμός αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας NICE, προκειμένου ένα φάρμακο να κριθεί ότι αξίζει να αποζημιωθεί από το NHS.
Η νομική πρόκληση υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση διέβη συνταγματική «κόκκινη γραμμή» δίνοντας στους υπουργούς τη δυνατότητα να κατευθύνουν το NICE, έναν οργανισμό που συστάθηκε για να λαμβάνει ανεξάρτητες, τεκμηριωμένες αποφάσεις, μακριά από πολιτικές πιέσεις. Οι ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι τόσο βαθιά αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του NICE θα έπρεπε να γίνει με πρωτογενή νομοθεσία και πλήρη κοινοβουλευτική συζήτηση, όχι με δευτερογενή νομοθέτηση περιορισμένου ελέγχου.
Πολιτικές προεκτάσεις και κίνδυνος για το NHS
Ο διευθυντής της Just Treatment, Ντίαρμεντ ΜακΝτόναλντ, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αρνείται να δημοσιοποιήσει τις δικές της εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της συμφωνίας στο NHS και ότι χρησιμοποίησε διαδικασία που δυσχεραίνει την ουσιαστική παρέμβαση των βουλευτών. Οι οργανώσεις ζητούν την άμεση ανάκληση της ρύθμισης, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά θα κινηθούν δικαστικά για την προστασία των ασθενών και της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Ήδη, ομάδα άνω των 20 βουλευτών από διαφορετικά κόμματα, με επικεφαλής τον πρώην σκιώδη υπουργό Οικονομικών Τζον ΜακΝτόνελ, ζήτησε από τον προηγούμενο υπουργό Υγείας Ουές Στρίτινγκ να δημοσιοποιήσει την εκτίμηση αντικτύπου της συμφωνίας και να επιτρέψει πλήρη συζήτηση στη Βουλή. Στην επιστολή τους οι βουλευτές εκφράζουν «βαθιά ανησυχία» ότι η κυβέρνηση παραβιάζει την υπόσχεσή της πως το NHS δεν θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε εμπορική συμφωνία με τον Τραμπ.
Εάν η υπόθεση οδηγηθεί σε δικαστικό έλεγχο, το δικαστήριο θα κληθεί να κρίνει εάν η χρήση δευτερογενούς νομοθεσίας για την αλλαγή των εξουσιών του NICE ήταν νόμιμη. Μια απόφαση κατά της κυβέρνησης θα μπορούσε να την αναγκάσει να επανέλθει με πλήρη νομοσχέδιο, ανοίγοντας πολιτική σύγκρουση για το κατά πόσο η κυβέρνηση «αντάλλαξε» την αυτονομία και τη χρηματοδότηση του NHS με στενότερους εμπορικούς δεσμούς με τον Λευκό Οίκο.
Ο Νικ Ντίρντεν της Global Justice Now σημειώνει ότι η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει εντός ημερών, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο άμεσης προσφυγής σε δικαστική επανεξέταση, εάν δεν υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στη διαδικασία ή διαφάνεια για το περιεχόμενο της συμφωνίας.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει το νέο πεδίο τριβής μεταξύ εμπορικής πολιτικής και δημόσιας υγείας: η πίεση για πρόσβαση σε αγορές και δασμολογικά οφέλη μεταφράζεται σε αυξημένες δαπάνες φαρμάκων και σε αποδυνάμωση ανεξάρτητων θεσμών, όπως το NICE. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– το βρετανικό προηγούμενο λειτουργεί ως προειδοποίηση για το πώς διαπραγματεύσεις με ισχυρούς εταίρους μπορούν να επηρεάσουν σιωπηρά την αρχιτεκτονική των συστημάτων υγείας και να μεταφέρουν βάρη σε ασθενείς και φορολογουμένους.






