Τρεις υφυπουργοί της κυβέρνησης Στάρμερ παραιτήθηκαν, ζητώντας την αποχώρηση του πρωθυπουργού μετά το εκλογικό σοκ. Η ήττα στις τοπικές εκλογές και η απώλεια της εξουσίας στην Ουαλία ανοίγουν συζήτηση για τη σταθερότητα της βρετανικής κυβέρνησης.
Η βρετανική κυβέρνηση του Σερ Κιρ Στάρμερ εισέρχεται σε περίοδο ανοιχτής αμφισβήτησης, μετά την παραίτηση τριών μελών της και το δημόσιο αίτημά τους προς τον πρωθυπουργό να αποχωρήσει. Η κίνηση έρχεται στον απόηχο μιας εκλογικής ήττας στις τοπικές κάλπες που ανέτρεψε την εικόνα πολιτικής κυριαρχίας των Εργατικών λίγους μόλις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Οι πρώτες ρωγμές στην κυβερνητική πυραμίδα
Οι Τομ Ράτλαντ, Τζο Μόρις και Ναουσάμπα Χαν, κοινοβουλευτικοί ιδιωτικοί γραμματείς (Parliamentary Private Secretaries) στα υπουργεία Περιβάλλοντος και Υγείας και στο Cabinet Office αντίστοιχα, ανακοίνωσαν την παραίτησή τους τη Δευτέρα. Με αυτό τον τρόπο έγιναν τα πρώτα στελέχη της κυβέρνησης που αποστασιοποιούνται ανοιχτά από τον Στάρμερ, ζητώντας την παραίτησή του μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία και την Ουαλία.
Ο θεσμικός ρόλος των PPS θεωρείται χαμηλότερος στην κυβερνητική ιεραρχία, ωστόσο λειτουργούν ως πολιτικό «θερμόμετρο» της κοινοβουλευτικής ομάδας. Όταν ακόμη και αυτό το επίπεδο αρχίζει να αποστατεί, συνήθως προαναγγέλλει βαθύτερη δυσφορία στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος.
Η εκλογική ήττα και η απώλεια της Ουαλίας
Οι τελευταίες τοπικές εκλογές σε 136 αγγλικές τοπικές αρχές κατέγραψαν βαριές απώλειες για τους Εργατικούς: μείον 38 δημοτικά συμβούλια και περισσότεροι από 1.496 χαμένοι δημοτικοί σύμβουλοι σε εθνικό επίπεδο. Ακόμη πιο συμβολική ήταν η απώλεια της εξουσίας στο ουαλικό κοινοβούλιο, τη Senedd, μετά από 27 συνεχόμενα χρόνια κυριαρχίας του κόμματος στην Ουαλία.
Η Ουαλία υπήρξε για σχεδόν τρεις δεκαετίες ο πιο σταθερός πυλώνας της εκλογικής βάσης των Εργατικών. Η αποδυνάμωση εκεί στέλνει μήνυμα όχι μόνο για τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά και για την αδυναμία του κόμματος να διατηρήσει τα παραδοσιακά του κοινωνικά ερείσματα σε περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και περιφερειακών ανισοτήτων.
Εσωκομματική πίεση και η άρνηση Στάρμερ
Περισσότεροι από 60 από τους 403 βουλευτές των Εργατικών φέρονται να έχουν ζητήσει από τον Στάρμερ να παραιτηθεί, δείχνοντας ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα στελέχη. Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός απέρριψε το ενδεχόμενο αποχώρησης και ανακοίνωσε ότι προτίθεται να ηγηθεί του κόμματος και στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Η στάση του Στάρμερ ερμηνεύεται ως προσπάθεια να αποφευχθεί μια παρατεταμένη εσωκομματική αναμέτρηση που θα έπληττε περαιτέρω την εικόνα κυβερνητικής ικανότητας. Όμως η σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για σταθερότητα και της πίεσης για πολιτική λογοδοσία ενδέχεται να οξυνθεί, εάν οι δημοσκοπήσεις καταγράψουν παρατεταμένη πτώση της κυβερνητικής δημοφιλίας.
Θεσμικές συνέπειες και η επόμενη μέρα
Σε θεσμικό επίπεδο, οι παραιτήσεις λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Η απώλεια τοπικής ισχύος για την κυβέρνηση δυσχεραίνει τον συντονισμό πολιτικών σε κρίσιμα πεδία, όπως η κοινωνική πρόνοια, η στέγαση και οι τοπικές υποδομές, όπου οι δήμοι και τα περιφερειακά κοινοβούλια έχουν αυξημένες αρμοδιότητες.
Αν ο Στάρμερ επιμείνει στην παραμονή του, θα χρειαστεί να ανασχεδιάσει τόσο την οικονομική του ατζέντα όσο και τη σχέση κέντρου–περιφέρειας, προκειμένου να ανακτήσει αξιοπιστία. Διαφορετικά, το σενάριο μιας παρατεταμένης πολιτικής φθοράς με συχνές αναταράξεις στην κυβερνητική ομάδα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, οι εξελίξεις στο Λονδίνο έχουν κυρίως έμμεσες αλλά υπαρκτές συνέπειες. Μια πολιτικά αποδυναμωμένη βρετανική κυβέρνηση δυσκολεύεται να δώσει σαφή σήματα στις αγορές για τη φορολογική και ρυθμιστική της πολιτική, κάτι που επηρεάζει τόσο το επενδυτικό περιβάλλον στο Σίτι όσο και τις αποφάσεις διεθνών κεφαλαίων για το πού θα κατευθύνουν ρευστότητα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις με παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο –από τη ναυτιλία και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μέχρι τον τουρισμό και τα ακίνητα– θα πρέπει να προεξοφλήσουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε ρυθμιστικό και νομισματικό επίπεδο (ιδίως ως προς τη στερλίνα). Παράλληλα, η όποια θεσμική αστάθεια στο Λονδίνο ενισχύει, σε σχετικούς όρους, την εικόνα της Αθήνας ως πιο προβλέψιμου ευρωπαϊκού προορισμού για επενδύσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η ελληνική πλευρά θα συνεχίσει να βελτιώνει τη θεσμική της αξιοπιστία και την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης.






