Η αγορά εξειδικευμένων ασφαλίσεων για επιθέσεις ενόπλων στις ΗΠΑ διπλασιάστηκε από το 2020, καθώς εντείνεται η βία με όπλα. Μεγάλοι όμιλοι και οργανισμοί σπεύδουν να θωρακιστούν απέναντι σε νομικές, οικονομικές και επιχειρησιακές συνέπειες.
Η κλιμάκωση των περιστατικών ένοπλης βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως εναντίον πολιτικών προσώπων και υψηλόβαθμων στελεχών επιχειρήσεων, έχει δημιουργήσει μια νέα δυναμική στην ασφαλιστική αγορά. Τα εξειδικευμένα συμβόλαια «active-shooter insurance», που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν niche προϊόν, εξελίσσονται πλέον σε εργαλείο διαχείρισης κινδύνου για ένα ευρύ φάσμα εταιρειών και οργανισμών.
Διπλασιασμός της αγοράς και είσοδος μεγάλων παικτών
Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, η αγορά ασφαλίσεων κατά ενεργών σκοπευτών και ενεργών δραστών έχει διπλασιαστεί από το 2020, φθάνοντας φέτος τα 100 εκατ. δολάρια σε ετήσια ασφάλιστρα στις ΗΠΑ. Το μέγεθος παραμένει μικρό σε σύγκριση με τους παραδοσιακούς κλάδους ασφάλισης, ωστόσο ο ρυθμός ανάπτυξης και το προφίλ των πελατών δείχνουν μια δομική μεταβολή.
Η πρόσφατη σύλληψη οπλισμένου άνδρα που φέρεται να είχε στοχοποιήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και το επεισόδιο στο δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου, όπου ο Τραμπ απομακρύνθηκε εσπευσμένα μετά από πυροβολισμούς, λειτούργησαν ως καταλύτες. Όπως αναφέρεται, μεγάλοι επενδυτικοί και διαχειριστικοί όμιλοι όπως οι Brookfield και Blackstone προχώρησαν σε αγορά τέτοιων καλύψεων, σηματοδοτώντας ότι ο κίνδυνος αντιμετωπίζεται πλέον ως κεντρικό επιχειρησιακό ζήτημα.
Ο Peter Bransden, επικεφαλής διαχείρισης κρίσεων στις ΗΠΑ της WTW, επισημαίνει ότι η ζήτηση πλέον προέρχεται από «σχεδόν κάθε τομέα της αμερικανικής οικονομίας». Αντίστοιχα, ο Julian Vero της ασφαλιστικής μεσιτικής Blackthorn (Lloyd’s of London), ειδικός σε κακόβουλους κινδύνους, αναφέρει ότι τα πρόσφατα περιστατικά σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο αύξησαν έντονα την ανησυχία των πελατών.
Τι καλύπτουν τα συμβόλαια και πώς θωρακίζουν τις επιχειρήσεις
Τα συμβόλαια ασφάλισης κατά ένοπλων επιθέσεων σχεδιάζονται για να καλύψουν το νομικό, οικονομικό αλλά και επιχειρησιακό κόστος από ένα τέτοιο συμβάν. Συνήθως αφορούν συγκεκριμένο κτίριο ή ακίνητο και ενεργοποιούνται όταν η επίθεση πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις του ασφαλισμένου.
Η κάλυψη περιλαμβάνει εταιρικές νομικές ευθύνες για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές, είτε αυτές προκύπτουν από χρήση όπλων είτε από οχήματα. Επιπλέον, αποζημιώνονται τα θύματα, ενώ καλύπτονται μισθολογικές δαπάνες για εργαζόμενους ή άλλα πρόσωπα που επηρεάζονται από το περιστατικό.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη διαχείριση κρίσεων: τα προγράμματα καλύπτουν έξοδα άμεσης αντιμετώπισης, επικοινωνιακής διαχείρισης, ψυχολογικής υποστήριξης, καθώς και υπηρεσίες ασφαλείας. Ορισμένα συμβόλαια προσφέρουν πρόσβαση σε 24ωρες υπηρεσίες ασφάλειας, ενισχύοντας την πρόληψη και τον σχεδιασμό αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων.
Για τις ασφαλιστικές εταιρείες, η νέα αυτή αγορά συνδυάζει υψηλή εξειδίκευση, αυξημένη τεχνική δυσκολία τιμολόγησης και εν δυνάμει σημαντικά περιθώρια κέρδους. Για τις επιχειρήσεις, αποτελεί ένδειξη ότι ο κίνδυνος ένοπλης βίας ενσωματώνεται πλέον συστηματικά στη στρατηγική διαχείρισης κινδύνων, με άμεσες προεκτάσεις σε κόστος, εταιρική φήμη και υποχρεώσεις έναντι εργαζομένων και τρίτων.
Σχόλιο
: Η θεαματική άνοδος των ασφαλίσεων κατά ένοπλων επιθέσεων στις ΗΠΑ αποτυπώνει την κανονικοποίηση ενός ακραίου κινδύνου στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Όταν κολοσσοί όπως Brookfield και Blackstone αγοράζουν τέτοια προϊόντα, δεν πρόκειται για επικοινωνιακή κίνηση, αλλά για αναγνώριση ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει νομικό, οικονομικό και λειτουργικό σοκ. Για την ασφαλιστική βιομηχανία ανοίγεται μια νέα, προσοδοφόρα αλλά σύνθετη αγορά, όπου η ορθή αποτίμηση κινδύνου θα κρίνει τη βιωσιμότητα των χαρτοφυλακίων. Για τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η φυσική ασφάλεια και η διαχείριση κρίσεων παύουν να είναι δευτερεύοντα ζητήματα και μετατρέπονται σε κρίσιμη παράμετρο εταιρικής διακυβέρνησης.
#ΗΠΑ #Ασφάλιση #ΈνοπλεςΕπιθέσεις #Ασφαλιστικές #RiskManagement






