Οι συνομιλίες Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για πιθανή συμφωνία κινούνται με ελάχιστη πρόοδο, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές. Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει σοβαρά επανάληψη στρατιωτικών πληγμάτων κατά της Τεχεράνης, ενώ μεσολαβητές από Πακιστάν και Κατάρ επιχειρούν να αποτρέψουν κλιμάκωση.
Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για μια νέα συμφωνία φαίνεται να έχουν κολλήσει, με Αμερικανούς αξιωματούχους να περιγράφουν τη διαδικασία ως «επίπονη» και γεμάτη καθημερινές διορθώσεις σχεδίων χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το σκηνικό αυτό αναδεικνύει την ένταση ενός παρασκηνιακού παζαριού, όπου κάθε λέξη σε ένα κείμενο μπορεί να μετατραπεί σε ζήτημα ασφάλειας ή κύρους για τις δύο πλευρές.
Τι συμβαίνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
Σύμφωνα με τις διαρροές, Ουάσινγκτον και Τεχεράνη ανταλλάσσουν σχέδια συμφωνίας «κάθε μέρα», χωρίς όμως να καταγράφεται ουσιαστική σύγκλιση. Η περιγραφή των συνομιλιών ως «agonizing» από Αμερικανό αξιωματούχο δείχνει όχι μόνο την τεχνική δυσκολία, αλλά και το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται κάθε υποχώρηση, ειδικά για τον Λευκό Οίκο που ισορροπεί ανάμεσα σε σκληρή ρητορική και ανάγκη αποφυγής ανοιχτής σύγκρουσης.
Η συνεχής ανταλλαγή προσχεδίων υποδηλώνει ότι υπάρχει ακόμη κοινό έδαφος προς αναζήτηση, αλλά και ότι καμία πλευρά δεν είναι έτοιμη να αναλάβει το ρίσκο μιας τελικής υπογραφής. Στο παρασκήνιο, ζητήματα όπως οι κυρώσεις, η περιφερειακή επιρροή του Ιράν και η ασφάλεια των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή λειτουργούν ως αθέατες «κόκκινες γραμμές».
Ο ρόλος του Τραμπ και το μήνυμα «θα τελειώσει σύντομα»
Ο Ντόναλντ Τραμπ συγκάλεσε ανώτατους αξιωματούχους εθνικής ασφάλειας για να εξετάσει τις εξελίξεις, δείχνοντας ότι το ζήτημα δεν παραμένει μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής. Η σύντομη δημόσια αναφορά του από τη Νέα Υόρκη, ότι «θα τελειώσει σύντομα», αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν αναφέρεται σε διπλωματική λύση ή σε μονομερή κίνηση ισχύος.
Πηγές με άμεση επαφή με τον Τραμπ αναφέρουν ότι «εξετάζει σοβαρά» την επανάληψη πληγμάτων κατά της Τεχεράνης. Μια τέτοια επιλογή θα μετέφερε το βάρος από τη δύσκολη διαπραγμάτευση στο πεδίο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, με άμεσες συνέπειες για τη σταθερότητα σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η διττή αυτή στάση –συνομιλίες από τη μία, σκέψεις για πλήγματα από την άλλη– ενισχύει την αβεβαιότητα για τις προθέσεις της Ουάσινγκτον.
Πακιστάν και Κατάρ ως μεσολαβητές: τι επιδιώκουν;
Την ώρα που η αμερικανοϊρανική διαπραγμάτευση δυσκολεύει, Πακιστανοί μεσολαβητές, μαζί με αξιωματούχους του Κατάρ, μεταβαίνουν στην Τεχεράνη για να επιχειρήσουν να «κλείσουν τα κενά» στις συνομιλίες. Η παρουσία τους επιβεβαιώνει ότι τρίτες χώρες της περιοχής δεν θέλουν να βρεθούν αντιμέτωπες με μια νέα κρίση, είτε ενεργειακή είτε ασφαλείας.
Το Πακιστάν, με τη γεωγραφική του εγγύτητα και τις σχέσεις του με τον μουσουλμανικό κόσμο, και το Κατάρ, με τον ρόλο του ως διαύλου επικοινωνίας σε πολλές περιφερειακές κρίσεις, προσπαθούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα. Η μεσολάβηση αυτή δεν είναι ουδέτερη: κάθε βήμα αποκλιμάκωσης ενισχύει τον διπλωματικό τους ρόλο και περιορίζει τον κίνδυνο να μεταφερθεί η ένταση στα δικά τους σύνορα ή ενεργειακά δίκτυα.
Πιθανές εξελίξεις: συμφωνία, παράταση έντασης ή στρατιωτική κλιμάκωση;
Το σημερινό αδιέξοδο μπορεί να οδηγήσει σε τρία βασικά σενάρια: μια δύσκολη αλλά τελικά επιτευχθείσα συμφωνία, μια παρατεταμένη κατάσταση έντασης χωρίς σαφή λύση ή μια κίνηση στρατιωτικής ισχύος από τις ΗΠΑ. Η φράση του Τραμπ ότι «θα τελειώσει σύντομα» λειτουργεί ως πολιτικό μήνυμα πίεσης προς την Τεχεράνη, αλλά και ως προετοιμασία της αμερικανικής κοινής γνώμης για μια ενδεχόμενη απόφαση που θα αλλάξει το επίπεδο της αντιπαράθεσης.
Για την ώρα, η εικόνα είναι μιας διαπραγμάτευσης που εξαντλεί τις αντοχές των εμπλεκομένων, ενώ παράλληλα αυξάνει την αξία κάθε ενδιάμεσου παίκτη που μπορεί να αποτρέψει ένα «ατύχημα». Η ισορροπία ανάμεσα στην απειλή στρατιωτικής δράσης και στην αναζήτηση διπλωματικής λύσης παραμένει λεπτή και εύθραυστη.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, κάθε κλιμάκωση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν μεταφράζεται σε αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων οδών ενέργειας. Η Αθήνα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ναυτιλιακή δύναμη, έχει συμφέρον να στηρίζει πρωτοβουλίες αποκλιμάκωσης και διαλόγου, καθώς μια στρατιωτική σύγκρουση θα επηρέαζε τόσο τις θαλάσσιες μεταφορές όσο και τη σταθερότητα σε γειτονικές ζώνες κρίσης.






