Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν δεν έχουν κολλήσει σε τεχνικές λεπτομέρειες. Έχουν κολλήσει σε κάτι βαθύτερο: σε σύγκρουση αντίληψης για το ποιος κερδίζει και ποιος πρέπει να υποχωρήσει. Και όσο αυτό δεν ευθυγραμμίζεται, συμφωνία δεν πρόκειται να υπάρξει.
Η Ουάσιγκτον μπήκε στη διαδικασία με στόχο ένα γρήγορο, καθαρό αποτέλεσμα. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει άμεσες παραχωρήσεις από την Τεχεράνη, κυρίως στο πυρηνικό πρόγραμμα, ώστε να παρουσιαστεί ως στρατηγική νίκη. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν διαβάζει την κατάσταση εντελώς διαφορετικά. Θεωρεί ότι άντεξε, δεν κατέρρευσε και άρα δεν έχει λόγο να συνθηκολογήσει.
Αυτό το mismatch είναι ο πυρήνας του αδιεξόδου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν front-loaded concessions. Το Ιράν προσφέρει phased process. Οι πρώτοι θέλουν πρώτα περιορισμούς και μετά ανταλλάγματα. Οι δεύτεροι θέλουν πρώτα άρση πίεσης και μετά διαπραγμάτευση ουσίας. Δεν είναι θέμα διαπραγμάτευσης, είναι θέμα sequencing και εμπιστοσύνης.
Η Τεχεράνη, μέσα από τις προτάσεις της, ζητά τρία βασικά πράγματα: πλήρη τερματισμό του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, άρση κυρώσεων και εγγυήσεις ότι οι εχθροπραξίες δεν θα επανεκκινήσουν. Παράλληλα, επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο κρίσιμων στρατηγικών στοιχείων όπως τα Στενά του Ορμούζ, μετατρέποντάς τα σε διαπραγματευτικό asset. Για την Ουάσιγκτον, αυτά ισοδυναμούν με υπερβολικές απαιτήσεις. Για το Ιράν, είναι το ελάχιστο πλαίσιο ασφάλειας.
Το πρόβλημα επιδεινώνεται από το έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η ιρανική πλευρά δεν εμπιστεύεται τις αμερικανικές δεσμεύσεις, ειδικά μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από προηγούμενες συμφωνίες. Αυτό οδηγεί σε insistence για εγγυήσεις τρίτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα εμφανίζεται ως πιθανός εγγυητής μιας μελλοντικής συμφωνίας, κάτι που προσθέτει γεωπολιτικό βάθος αλλά και επιπλέον πολυπλοκότητα.
Στο μεταξύ, η πραγματικότητα στο πεδίο επιβεβαιώνει το αδιέξοδο. Η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη, με συνεχείς εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ και περιστασιακές επιθέσεις στην ευρύτερη περιοχή. Δεν υπάρχει πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά ούτε και πλήρης επανέναρξη πολέμου. Αυτό δημιουργεί μια ενδιάμεση κατάσταση στρατηγικής φθοράς.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Ευνοεί το Ιράν, το οποίο έχει δείξει ότι μπορεί να αντέξει μακροχρόνια πίεση και να αξιοποιήσει ασύμμετρα εργαλεία. Αντίθετα, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παρατεταμένη κρίση μεταφράζεται σε οικονομικό και πολιτικό κόστος, ειδικά μέσω της ανόδου των τιμών ενέργειας.
Στρατηγικά, η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε δίλημμα. Αν κλιμακώσει, ρισκάρει ένα νέο, δαπανηρό μέτωπο χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα. Αν δεν κλιμακώσει, δίνει χρόνο στο Ιράν να παγιώσει τη θέση του. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική «αναμονής», που όμως ερμηνεύεται από την Τεχεράνη ως αδυναμία.
Το πιο κρίσιμο σημείο είναι ότι καμία πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να αλλάξει αφήγημα. Ο Τραμπ δεν μπορεί πολιτικά να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Το Ιράν δεν μπορεί εσωτερικά να δείξει ότι πιέστηκε. Αυτό κλειδώνει τη διαπραγμάτευση σε ένα loop χωρίς έξοδο.
SBC σχόλιο: Δεν έχουμε deadlock επειδή οι όροι είναι δύσκολοι. Έχουμε deadlock επειδή οι δύο πλευρές ζουν σε διαφορετική πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπραγματεύονται σαν να έχουν κερδίσει. Το Ιράν διαπραγματεύεται σαν να έχει αντέξει. Μέχρι να συμφωνήσουν σε ποια φάση βρίσκεται ο πόλεμος, δεν πρόκειται να συμφωνήσουν σε τίποτα άλλο. Και αυτό σημαίνει παρατεταμένη κρίση, όχι λύση.







