Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Χάουαρντ Λάτνικ υποστήριξε ότι αιφνιδιάστηκε από πρόσκληση να επισκεφθεί το ιδιωτικό νησί του Τζέφρι Έπσταϊν το 2012. Δημοκρατικοί βουλευτές μιλούν για αντιφάσεις και υπεκφυγές στην κατάθεσή του.
Ο υπουργός Εμπορίου των Ηνωμένων Πολιτειών Χάουαρντ Λάτνικ φέρεται να δήλωσε σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής ότι έμεινε «έκπληκτος» όταν έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί το ιδιωτικό νησί του Τζέφρι Έπσταϊν το 2012. Όπως περιγράφεται σε δημοσίευμα της Wall Street Journal, ο Λάτνικ ανέφερε ότι βρισκόταν σε οικογενειακές διακοπές στην Καραϊβική και δεν γνώριζε πώς το προσωπικό του Έπσταϊν εντόπισε την ακριβή του τοποθεσία.
Τι κατέθεσε ο Λάτνικ για τις επαφές με τον Έπσταϊν
Σύμφωνα με τις διαρροές από την κατάθεση, ο Λάτνικ υποστήριξε ότι δεν είχε «καμία προσωπική ή επαγγελματική σχέση» με τον Έπσταϊν. Ανέφερε ότι τον συνάντησε συνολικά τρεις φορές και ότι μετά από επίσκεψη το 2005 είχε ήδη αποφασίσει να διακόψει κάθε επαφή.
Η αναφορά στην πρόσκληση του 2012, την οποία φέρεται να απέρριψε, εντάσσεται στο ευρύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον του Κογκρέσου για το δίκτυο επαφών του Έπσταϊν με πολιτικά και οικονομικά στελέχη. Η θέση του Λάτνικ ως μέλους του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης Τραμπ ενισχύει το πολιτικό βάρος της υπόθεσης.
Αντιδράσεις Δημοκρατικών για «ασυνέπειες»
Δημοκρατικοί βουλευτές που συμμετείχαν στην ακρόαση αμφισβήτησαν ευθέως την αξιοπιστία των ισχυρισμών Λάτνικ. Ο Ρο Κάνα, ο Σουχάς Σουμπραμανιαμ και η Γιασαμίν Ανσάρι έκαναν λόγο για «ασυνέπειες», «υπεκφυγές» και παραπλανητικές απαντήσεις κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
Η κριτική τους εστιάζει τόσο στο εύρος όσο και στη φύση των επαφών του Λάτνικ με τον Έπσταϊν, αλλά και στο κατά πόσο ο υπουργός παρείχε πλήρη και ακριβή εικόνα για τις συναντήσεις τους. Η αντιπαράθεση εντάσσεται στο συνεχιζόμενο κομματικό κλίμα πόλωσης γύρω από ζητήματα διαφάνειας και ηθικής στη δημόσια διοίκηση.
Θεσμική διάσταση και πολιτικός κίνδυνος
Η υπόθεση αναδεικνύει τον αυξανόμενο έλεγχο που ασκούν οι επιτροπές του Κογκρέσου σε πρόσωπα με υψηλά κυβερνητικά και επιχειρηματικά αξιώματα τα οποία είχαν, έστω και περιφερειακή, σχέση με τον Έπσταϊν. Για τους Ρεπουμπλικάνους, η υπεράσπιση της αξιοπιστίας ενός υπουργού Εμπορίου συνδέεται με τη συνολική εικόνα της κυβέρνησης Τραμπ. Για τους Δημοκρατικούς, η ανάδειξη πιθανών αντιφάσεων προσφέρει εργαλείο πολιτικής πίεσης ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων.
Η εξέλιξη υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή σε δίκτυα υψηλού κύρους, ακόμη και σε κοινωνικό επίπεδο, μπορεί εκ των υστέρων να μετατραπεί σε θεσμικό και πολιτικό ρίσκο. Η λεπτομερής χαρτογράφηση των επαφών με τον Έπσταϊν λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός δοκιμασίας της φερεγγυότητας στελεχών που κατέχουν κρίσιμες θέσεις.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, η υπόθεση υπενθυμίζει την ανάγκη αυστηρής διαχείρισης θεσμικού και φήμης κινδύνου σε ανώτατα στελέχη, ιδίως όταν προκύπτουν παλαιές κοινωνικές ή επιχειρηματικές διασυνδέσεις με αμφιλεγόμενα πρόσωπα. Ελληνικές επιχειρήσεις με διεθνή παρουσία –ιδίως στον χρηματοοικονομικό, ναυτιλιακό και τεχνολογικό κλάδο– οφείλουν να θωρακίσουν διαδικασίες ελέγχου υπόληψης συνεργατών, να τεκμηριώνουν πλήρως τις σχέσεις τους και να προετοιμάζονται επικοινωνιακά για ενδεχόμενο θεσμικό έλεγχο σε ξένες δικαιοδοσίες. Σε περιβάλλον αυξημένης εποπτείας και κοινωνικής ευαισθησίας, η ικανότητα άμεσης, συνεκτικής και αποδεικτικά τεκμηριωμένης απάντησης σε ερωτήματα περί διασυνδέσεων αποτελεί κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για ελληνικούς ομίλους που επιδιώκουν πρόσβαση σε αμερικανικές και διεθνείς αγορές κεφαλαίου.






