Ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Μπόλτον σκιαγραφεί μια ζοφερή εικόνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Με αιχμηρή γλώσσα, προειδοποιεί για τους κινδύνους μιας απρόβλεπτης στρατηγικής σε Ιράν, Ουκρανία και παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας.
Ο Τζον Μπόλτον, μια από τις πλέον χαρακτηριστικές «γερακίνες» της αμερικανικής διπλωματίας, επανέρχεται στο προσκήνιο με μια σκληρή αποτίμηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Μιλώντας σε εκπομπή του «Berlin Playbook» της Politico, ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου περιγράφει την τρέχουσα στρατηγική της Ουάσινγκτον ως απρόβλεπτη, αποσπασματική και εν τέλει επικίνδυνη για τη διεθνή σταθερότητα.
Από τον Ρίγκαν και τους Μπους στον Τραμπ
Η βαρύτητα των δηλώσεων Μπόλτον δεν οφείλεται μόνο στην οξύτητα της κριτικής του, αλλά κυρίως στο βιογραφικό του. Υπηρέτησε σε καίριες θέσεις υπό τον Ρόναλντ Ρίγκαν και τους δύο Μπους, ενσαρκώνοντας για δεκαετίες τη σκληρή, μονομερή σχολή της αμερικανικής ισχύος. Όταν ανέλαβε, πριν λίγα χρόνια, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, επιχείρησε –όπως ο ίδιος παραδέχεται– να μετατρέψει τις «παρορμητικές εκρήξεις» του προέδρου σε συνεκτική στρατηγική. Το εγχείρημα, σημειώνει, αποδείχθηκε «εκ προοιμίου καταδικασμένο».
Η περιγραφή του για τη λειτουργία του Οβάλ Γραφείου είναι αποκαλυπτική: αποφάσεις ζωτικής σημασίας λαμβάνονται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, υπό την πίεση εικόνων, εντυπώσεων και προσωπικών διαθέσεων, με τους θεσμικούς μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικής να ακολουθούν εκ των υστέρων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μπόλτον εμφανίζεται να έχει μετατραπεί από αρχιτέκτονα της σκληρής γραμμής σε έναν από τους πιο αιχμηρούς επικριτές του προέδρου που υπηρέτησε.
Ιράν, Ουκρανία και το τέλος του «διπλωματικού ενδιάμεσου»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του είναι ο χειρισμός της κρίσης με το Ιράν. Ο Τραμπ, σύμφωνα με τον Μπόλτον, πιστεύει ότι στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ μπορεί να διαπραγματευθεί έναν «νέο μεγάλο ντιλ» με την Τεχεράνη. Ο πρώην σύμβουλος χαρακτηρίζει αυτή την προσέγγιση «σπατάλη χρόνου και πόρων», υποστηρίζοντας ότι οι συσχετισμοί και η ριζοσπαστικοποίηση του ιρανικού καθεστώτος δεν αφήνουν πια χώρο για κλασικές διπλωματικές φόρμουλες.
Η προειδοποίηση είναι σαφής: «Σε αυτή την κρίση δεν υπάρχει πλέον διπλωματικός μεσαίος δρόμος». Η φράση αυτή υπερβαίνει το ιρανικό ζήτημα και αγγίζει τον πυρήνα της κριτικής του Μπόλτον: μια υπερδύναμη που λειτουργεί με βραχυπρόθεσμο τακτικισμό, προσωπικές εμμονές και επικοινωνιακές κινήσεις, διαβρώνει την αξιοπιστία της όχι μόνο έναντι αντιπάλων όπως το Ιράν ή η Ρωσία, αλλά και απέναντι σε συμμάχους στην Ευρώπη και την Ασία.
Τοποθετώντας τα παραπάνω στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία, της έντασης στη Μέση Ανατολή και της αντιπαράθεσης με την Κίνα, η κριτική Μπόλτον έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ευρώπη. Η γηραιά ήπειρος εξακολουθεί να εξαρτάται στρατηγικά από την Ουάσινγκτον, την ώρα που η αμερικανική εξωτερική πολιτική μοιάζει να κινείται χωρίς σταθερό πυξίδα.
Σχόλιο
: Όταν ακόμη και ένας παραδοσιακός σκληροπυρηνικός όπως ο Μπόλτον περιγράφει την αμερικανική στρατηγική ως χαοτική, το μήνυμα προς Ευρώπη και αγορές είναι σαφές: η εποχή της αυτόματης εμπιστοσύνης στην προβλεψιμότητα της Ουάσινγκτον έχει λήξει. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που στηρίζονται σε αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, η ανάγνωση αυτής της μεταβολής δεν είναι θεωρητική άσκηση, αλλά κρίσιμος παράγοντας στον δικό τους στρατηγικό σχεδιασμό.






