Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι οι πιθανότητες είναι «50/50» ανάμεσα σε νέα συμφωνία με το Ιράν ή επανέναρξη πολέμου. Η ρητορική κλιμάκωσης επαναφέρει στο προσκήνιο τον γεωπολιτικό κίνδυνο για ενέργεια, αγορές και ασφάλεια.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι βλέπει ως «solid 50/50» τις πιθανότητες ανάμεσα σε μια «καλή» νέα συμφωνία με το Ιράν και στο ενδεχόμενο να «τα χτυπήσει όσο ποτέ ξανά», αφήνοντας ανοιχτό το σενάριο επανέναρξης πολεμικών επιχειρήσεων. Η τοποθέτηση, σε συνέντευξή του στο Axios, ανεβάζει απότομα τον γεωπολιτικό πήχη την ώρα που εξετάζεται νέα ιρανική πρόταση.
Τι είπε ο Τραμπ και ποιο είναι το διακύβευμα
Ο Τραμπ περιέγραψε δύο μόνο δρόμους: είτε μια συμφωνία που, όπως είπε, θα είναι «καλή», είτε στρατιωτικό πλήγμα «σκληρότερο από ό,τι έχουν δεχθεί ποτέ». Υπογράμμισε ότι «κάποιοι θα προτιμούσαν τη συμφωνία, άλλοι την επανέναρξη του πολέμου», αναγνωρίζοντας έτσι ότι η αμερικανική εσωτερική συζήτηση παραμένει βαθιά διχασμένη στο ιρανικό ζήτημα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η τελική απόφαση θα ληφθεί άμεσα, μετά από συνάντηση με τον ειδικό απεσταλμένο για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, και τον άτυπο σύμβουλό του και γαμπρό του, Τζάρεντ Κούσνερ. Η αναφορά σε σαφές χρονοδιάγραμμα απόφασης ενισχύει την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον βρίσκεται πολύ κοντά σε καμπή στην πολιτική της έναντι της Τεχεράνης.
Ιστορικό: από την πυρηνική συμφωνία στην πολιτική μέγιστης πίεσης
Η αμερικανοϊρανική σχέση βρίσκεται σε τροχιά έντασης από τότε που η κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από την Κοινή Ολοκληρωμένη Δράση (JCPOA), την πυρηνική συμφωνία του 2015. Ακολούθησε πολιτική «μέγιστης πίεσης» με αυστηρές κυρώσεις, κυρίως στον ενεργειακό και χρηματοπιστωτικό τομέα του Ιράν, που περιόρισε δραστικά τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
Η Τεχεράνη απάντησε με σταδιακή υπέρβαση των ορίων του πυρηνικού προγράμματος και κλιμάκωση μέσω περιφερειακών πληρεξουσίων σε Λίβανο, Συρία, Υεμένη και Ιράκ. Η ένταση έχει κατά καιρούς μεταφερθεί στα Στενά του Ορμούζ, τη βασική θαλάσσια αρτηρία για τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, δημιουργώντας κύματα ανησυχίας στις αγορές ενέργειας.
Γεωπολιτικός κίνδυνος και ενεργειακή ασφάλεια
Το δίλημμα «συμφωνία ή πόλεμος» δεν αφορά μόνο τη διμερή σχέση ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και την αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Ένα στρατιωτικό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει απαντήσεις από ιρανικά δίκτυα και συμμάχους σε όλη την περιοχή, με στόχους ενεργειακές υποδομές, ναυτιλιακές ροές και στρατιωτικές βάσεις.
Για την παγκόσμια οικονομία, η βασική μεταβλητή είναι ο κίνδυνος διαταραχής στη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο. Ακόμη και χωρίς πραγματική μείωση προσφοράς, η άνοδος του γεωπολιτικού κινδύνου μεταφράζεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα, αυξημένο κόστος μεταφοράς και μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις τιμές. Αυτό τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις και περιπλέκει τη δουλειά των κεντρικών τραπεζών που προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε ανάπτυξη και σταθερότητα τιμών.
Η εσωτερική πολιτική διάσταση στις ΗΠΑ
Η σκληρή ρητορική του Τραμπ απευθύνεται και στο εσωτερικό ακροατήριο. Η εικόνα ενός προέδρου που «δεν διστάζει» να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ λειτουργεί σε τμήμα των ψηφοφόρων, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί παραδοσιακά εμφανίζονται πιο επιθετικοί σε ζητήματα Ιράν. Ταυτόχρονα, όμως, η αμερικανική κοινωνία παραμένει κουρασμένη από μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή.
Η αναφορά σε «καλή συμφωνία» αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας νέας, σκληρότερης σε όρους συμφωνίας, που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως βελτίωση σε σχέση με την JCPOA. Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε στον Τραμπ τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως διαπραγματευτής που εξασφαλίζει περισσότερα για τις ΗΠΑ, χωρίς να οδηγήσει σε πλήρη στρατιωτική σύγκρουση.
Τι σημαίνει για τις αγορές και την ευρωπαϊκή πλευρά
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετωπίζουν διαχρονικά την ένταση με το Ιράν ως κλασικό παράδειγμα γεωπολιτικού κινδύνου: η είδηση δεν επηρεάζει άμεσα τα θεμελιώδη, αλλά αλλάζει γρήγορα την αποτίμηση κινδύνου. Σε περιόδους κλιμάκωσης, παρατηρείται συνήθως στροφή σε ασφαλή καταφύγια και ενίσχυση της μεταβλητότητας σε ενέργεια και ναυτιλία.
Για την Ευρώπη, μια νέα κρίση με το Ιράν έρχεται σε μια στιγμή που η ήπειρος προσπαθεί να σταθεροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα μετά τις ανατροπές των τελευταίων ετών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παραδοσιακά επιδιώξει ρόλο διαμεσολαβητή στο ιρανικό ζήτημα, επιχειρώντας να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και να αποτρέψει περαιτέρω αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη γειτονιά της.
Πώς διαβάζεται η εξέλιξη από την Ελλάδα
Η Ελλάδα, ως χώρα με σημαντική ναυτιλιακή παρουσία και αυξημένη εξάρτηση από τις διεθνείς θαλάσσιες ροές ενέργειας, παρακολουθεί στενά κάθε κίνηση που αφορά τον Περσικό Κόλπο. Τυχόν ένταση στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τόσο το κόστος μεταφοράς όσο και τα ασφάλιστρα κινδύνου για ελληνόκτητα δεξαμενόπλοια.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία, παρότι έχει κάνει βήματα διαφοροποίησης του ενεργειακού της μίγματος, παραμένει ευαίσθητη σε απότομες αυξήσεις τιμών πετρελαίου και ναυτιλιακού κόστους. Σε περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις ήδη λειτουργούν με αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, μια νέα ενεργειακή αναταραχή θα μπορούσε να πιέσει περαιτέρω τα περιθώρια κέρδους και να τροφοδοτήσει δεύτερο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, το μήνυμα από τη ρητορική Τραμπ είναι σαφές: ο γεωπολιτικός κίνδυνος στη Μέση Ανατολή παραμένει δομικός παράγοντας αβεβαιότητας. Οι επιχειρήσεις με υψηλή ενεργειακή δαπάνη και οι κλάδοι που εξαρτώνται από τη ναυτιλία οφείλουν να ενσωματώνουν σενάρια αυξημένης μεταβλητότητας κόστους στα επιχειρησιακά τους πλάνα. Παράλληλα, η χώρα έχει κίνητρο να επιταχύνει την ενεργειακή διαφοροποίηση και την ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης, ώστε να περιορίσει την έκθεσή της σε εξωγενείς κρίσεις που δεν μπορεί να επηρεάσει θεσμικά.






