Οι μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρηματικές ενώσεις ζητούν από τον Ντόναλντ Τραμπ να «φρενάρει» τις νέες ρυθμίσεις ευθύνης προϊόντων της ΕΕ. Πίσω από τη νομική διαμάχη κρύβεται μια ακόμη σύγκρουση για το ποιος πληρώνει το κόστος της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
Οι μεγαλύτερες επιχειρηματικές ενώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών επιχειρούν να μετατρέψουν ένα φαινομενικά τεχνικό ζήτημα –την αναθεώρηση της ευθύνης ελαττωματικών προϊόντων στην Ευρωπαϊκή Ένωση– σε κεντρικό θέμα της ατζέντας του Λευκού Οίκου. Με επιστολή τους προς τον Αμερικανό Εκπρόσωπο Εμπορίου Τζέιμι Γκριρ ζητούν «ενεργή εμπλοκή» της κυβέρνησης Τραμπ με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηρίζοντας ότι οι νέοι κανόνες ανοίγουν τον δρόμο για περισσότερες αγωγές κατά αμερικανικών εξαγωγέων.
Τι αλλάζει με την αναθεωρημένη ευθύνη προϊόντων στην ΕΕ
Η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ευθύνη λόγω Ελαττωματικών Προϊόντων, που τίθεται σε ισχύ τον Δεκέμβριο, μετατοπίζει σημαντικό μέρος του βάρους απόδειξης από τον καταναλωτή στον κατασκευαστή. Στην πράξη, οι εταιρείες θα πρέπει να αποδεικνύουν ευκολότερα ότι ένα προϊόν δεν είναι ελαττωματικό, ιδίως όταν εμπλέκονται σύνθετα τεχνολογικά συστήματα, λογισμικό ή δεδομένα. Η ΕΕ επιχειρεί έτσι να επικαιροποιήσει το ρυθμιστικό πλαίσιο για μια οικονομία όπου τα προϊόντα είναι πλέον «έξυπνα», διασυνδεδεμένα και συχνά λειτουργούν ως υπηρεσία. Για τις επιχειρήσεις, όμως, αυτό σημαίνει αυξημένο νομικό κίνδυνο, υψηλότερο κόστος ασφάλισης και ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους συμμόρφωσης πριν από κάθε εξαγωγή.
Γιατί ανησυχούν οι αμερικανικές επιχειρήσεις
Η πρωτοβουλία των πέντε ενώσεων, με αιχμή το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ, δεν αφορά μόνο ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους. Από την αυτοκινητοβιομηχανία και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα έως τους κατασκευαστές λογισμικού και συνδεδεμένων συσκευών, πολλοί φοβούνται ότι η ΕΕ διαμορφώνει ένα πρότυπο ευθύνης που θα μετακυλίσει μεγάλο μέρος του κινδύνου στους ίδιους. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο οι αποζημιώσεις· είναι και η φθορά της φήμης, η αυξημένη γραφειοκρατία και η ανάγκη διαρκούς νομικής παρακολούθησης σε μια αγορά 450 εκατ. καταναλωτών. Στο παρασκήνιο, οι αμερικανικές εταιρείες ανησυχούν ότι η Ευρώπη, με την παράδοση αυστηρής ρύθμισης (από τα προσωπικά δεδομένα έως τις ψηφιακές υπηρεσίες), επιχειρεί να εξάγει τα δικά της πρότυπα σε παγκόσμιο επίπεδο, αναγκάζοντας τις πολυεθνικές να προσαρμοστούν σε ευρωπαϊκούς κανόνες ως «χρυσό στάνταρ».
Η εμπορική διάσταση: από τις δασμολογικές μάχες στις ρυθμιστικές συγκρούσεις
Η παρέμβαση προς τον Τραμπ εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση της διατλαντικής αντιπαράθεσης: από τους δασμούς και τις ποσοστώσεις στις ρυθμιστικές πολιτικές. Η Ουάσινγκτον έχει πλέον επίγνωση ότι ο έλεγχος των προτύπων –από την ασφάλεια προϊόντων μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη– είναι εργαλείο ισχύος αντίστοιχο με τους παραδοσιακούς εμπορικούς φραγμούς. Αν η κυβέρνηση Τραμπ αποφασίσει να υιοθετήσει τη ρητορική των επιχειρηματικών ενώσεων, η αναθεωρημένη ευθύνη προϊόντων μπορεί να μετατραπεί σε νέο μέτωπο πίεσης προς τις Βρυξέλλες, είτε μέσω διμερών διαβουλεύσεων είτε με απειλή αντιμέτρων. Αυτό θα επιβάρυνε περαιτέρω ένα ήδη εύθραυστο πλαίσιο ΗΠΑ–ΕΕ, όπου οι διαφωνίες για τις επιδοτήσεις, την ψηφιακή φορολογία και την κλιματική πολιτική έχουν συσσωρευτεί.
Ποιος θα πληρώσει το κόστος της προστασίας του καταναλωτή;
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα: ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό βάρος όταν κάτι πάει στραβά; Η ΕΕ, με την αναθεωρημένη Οδηγία, μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους παραγωγούς και τους εξαγωγείς, θεωρώντας ότι αυτοί έχουν την τεχνική γνώση και τη δυνατότητα πρόληψης των κινδύνων. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις, αντίθετα, φοβούνται ότι θα βρεθούν αντιμέτωπες με αβέβαιη νομική έκθεση σε μια ξένη δικαιοδοσία, χωρίς ανάλογη απόδοση στην κερδοφορία τους. Μακροπρόθεσμα, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την κατανομή της ευθύνης, αλλά και το ποιο κοινωνικό συμβόλαιο θα επικρατήσει στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία: αυτό που δίνει προτεραιότητα στην προστασία του καταναλωτή ή εκείνο που προστατεύει κατά προτεραιότητα την επενδυτική και επιχειρηματική ελευθερία.
Οι θεσμικές συνέπειες για την παγκόσμια αγορά
Εφόσον η ΕΕ επιμείνει και οι ΗΠΑ αντιδράσουν θεσμικά, η παγκόσμια αγορά κινδυνεύει να κατακερματιστεί ακόμη περισσότερο σε ρυθμιστικά μπλοκ. Οι πολυεθνικές θα κληθούν να λειτουργούν με διαφορετικά καθεστώτα ευθύνης ανά ήπειρο, αυξάνοντας το κόστος συμμόρφωσης και ενισχύοντας τις οικονομίες κλίμακας μόνο για τους πολύ μεγάλους παίκτες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω συγκέντρωση ισχύος στους λίγους, αφήνοντας τις μικρότερες, εξαγωγικές επιχειρήσεις με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας. Παράλληλα, η επιμονή της ΕΕ σε αυστηρούς κανόνες ενδέχεται να λειτουργήσει ως «μαγνήτης» για άλλες περιοχές που επιδιώκουν να ενισχύσουν την προστασία των πολιτών τους, δημιουργώντας μια αργή αλλά σταθερή μετατόπιση του παγκόσμιου ρυθμιστικού κέντρου βάρους προς την Ευρώπη.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, οι αυστηρότεροι ευρωπαϊκοί κανόνες αυξάνουν το κόστος συμμόρφωσης και για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ιδίως όσες δραστηριοποιούνται σε εξαγωγές τεχνολογικά σύνθετων προϊόντων ή σε συνεργασίες με αμερικανικούς ομίλους. Από την άλλη, η εναρμόνιση του πλαισίου ευθύνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να λειτουργήσει ως «ασπίδα» για τις μικρότερες ελληνικές εταιρείες, προσφέροντάς τους ένα σαφέστερο νομικό περιβάλλον και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Σε βάθος χρόνου, η ικανότητα της Ελλάδας να προσαρμοστεί γρήγορα σε τέτοιες θεσμικές αλλαγές –μέσω επενδύσεων σε νομική συμμόρφωση, πιστοποίηση προϊόντων και διαχείριση κινδύνου– θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα της χώρας σε μια όλο και πιο ρυθμιζόμενη παγκόσμια αγορά.






