Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι η Τεχεράνη διαθέτει «περιορισμένη» δυνατότητα στρατιωτικής απάντησης, μετατοπίζοντας τη σύγκρουση στο πεδίο της ψυχολογικής πίεσης. Η ρητορική αυτή στοχεύει τις αγορές ενέργειας και την εσωτερική κοινή γνώμη, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο λάθους υπολογισμού στην περιοχή.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σχολιάζοντας τις εναπομείνασες στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, υποστήριξε ότι η Τεχεράνη έχει «μικρή ικανότητα για αντίποινα», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι μέρος της ισχύος της παραμένει. Η δήλωση εντάσσεται σε ένα γνώριμο μοτίβο αμερικανικής πίεσης, όπου η δημόσια υποβάθμιση των δυνατοτήτων του αντιπάλου λειτουργεί ταυτόχρονα ως μήνυμα αποτροπής και ως σήμα προς τις αγορές ότι δεν επίκειται γενικευμένη κλιμάκωση.
Ρητορική ισχύος και πραγματική ικανότητα αποτροπής
Η εκτίμηση Τραμπ ότι το Ιράν έχει περιορισμένη δυνατότητα αντίδρασης έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχουν διαμορφώσει επί χρόνια οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και οι σύμμαχοι στην περιοχή. Η Τεχεράνη, παρά τις κυρώσεις, έχει επενδύσει συστηματικά σε πυραυλικά συστήματα, drones και δικτύα συμμαχικών οργανώσεων σε Λίβανο, Συρία, Ιράκ και Υεμένη, τα οποία λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός αντίποινων.
Η αμερικανική προεδρία επιλέγει συχνά να προβάλει τη στρατιωτική ανωτερότητα των ΗΠΑ, όμως η πραγματική ισορροπία αποτροπής στον Περσικό Κόλπο είναι πιο περίπλοκη. Ακόμη και «περιορισμένη» ικανότητα αντίδρασης αρκεί για να στοχεύσει κρίσιμες υποδομές ενέργειας ή πλοία σε κομβικά θαλάσσια περάσματα, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ το διμερές επίπεδο ΗΠΑ–Ιράν.
Αγορές ενέργειας και ο κίνδυνος λάθους υπολογισμού
Σε διεθνές επίπεδο, τέτοιες δηλώσεις λειτουργούν ως σήμα προς τις αγορές ότι ο Λευκός Οίκος δεν αναμένει άμεση μαζική ιρανική απάντηση. Στόχος είναι να περιοριστούν οι απότομες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και να καθησυχαστούν επενδυτές και καταναλωτές. Ωστόσο, η υπερβολική υποβάθμιση του αντιπάλου μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνο λάθος υπολογισμό, αν η Τεχεράνη επιλέξει να αποδείξει στην πράξη ότι διατηρεί ικανότητα πρόκλησης κόστους.
Το Ιράν έχει ιστορικά επιλέξει την τακτική της «κλιμάκωσης υπό το όριο του πολέμου», με στοχευμένα πλήγματα και επιθέσεις μέσω συμμάχων, ώστε να στέλνει μήνυμα χωρίς να οδηγείται σε ολοκληρωτική σύγκρουση. Η αμερικανική δημόσια ρητορική, που παρουσιάζει αυτή την ικανότητα ως σχεδόν ανύπαρκτη, μπορεί να ενθαρρύνει πιο τολμηρές κινήσεις από ιρανικής πλευράς, ακριβώς για να ανατραπεί αυτή η εικόνα αδυναμίας.
Εσωτερικό ακροατήριο και εκλογικός υπολογισμός
Η δήλωση Τραμπ έχει σαφές εσωτερικό αποτύπωμα: εμφανίζει τον Αμερικανό πρόεδρο ως ηγέτη που «ελέγχει» την κατάσταση, αποφεύγοντας έναν δαπανηρό πόλεμο, αλλά ταυτόχρονα δεν δείχνει αδυναμία απέναντι στην Τεχεράνη. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποφυγή κλιμάκωσης και στην επίδειξη ισχύος είναι κρίσιμη σε μια προεκλογική περίοδο, όπου η εξωτερική πολιτική συνδέεται άμεσα με τις τιμές καυσίμων, τον πληθωρισμό και το κλίμα στην αμερικανική οικονομία.
Το μήνυμα ότι το Ιράν έχει «λίγη» ικανότητα αντίδρασης επιχειρεί να αφαιρέσει δραματικότητα από την κρίση και να την παρουσιάσει ως διαχειρίσιμο ζήτημα, χωρίς μακροπρόθεσμες συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. Ωστόσο, η ιστορία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων δείχνει ότι κάθε περίοδος υποτίμησης της άλλης πλευράς έχει καταλήξει σε απρόβλεπτα επεισόδια, από επιθέσεις σε τάνκερ μέχρι πλήγματα σε βάσεις.
Τι σημαίνει η υποβάθμιση του Ιράν για τη διεθνή τάξη
Σε θεσμικό επίπεδο, η ρητορική Τραμπ ενισχύει τη λογική της μονομερούς ισχύος εις βάρος των πολυμερών μηχανισμών ασφαλείας. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει ήδη αποδυναμώσει τον ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και έχει περιθωριοποιήσει τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για διπλωματική αποκλιμάκωση. Όταν η Ουάσινγκτον παρουσιάζει τον αντίπαλο ως σχεδόν ανίσχυρο, μειώνει και το κίνητρο για σοβαρές διαπραγματεύσεις σε θεσμικό πλαίσιο.
Η μακροπρόθεσμη συνέπεια είναι μια διεθνής τάξη όπου οι ισχυροί δρουν εκτός κανόνων, ενώ οι περιφερειακές δυνάμεις επενδύουν ακόμη περισσότερο σε ασύμμετρα μέσα – πυραύλους, drones, κυβερνοεπιθέσεις – αντί για κλασικές στρατιωτικές δομές. Αυτό καθιστά τις κρίσεις πιο απρόβλεπτες και τις αγορές πιο ευάλωτες σε αιφνίδιους κραδασμούς.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε ένταση ΗΠΑ–Ιράν λειτουργεί ως υπενθύμιση της ενεργειακής ευαλωτότητας της Ευρώπης. Βραχυπρόθεσμα, η ρητορική υποβάθμισης της ιρανικής απειλής μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές πετρελαίου και να περιορίσει τις πιέσεις στο ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Μακροπρόθεσμα όμως, η διαρκής αστάθεια στον Περσικό Κόλπο ενισχύει τη στρατηγική αξία της Ανατολικής Μεσογείου ως εναλλακτικής πηγής και διαδρόμου ενέργειας, αυξάνοντας το γεωπολιτικό βάρος της Ελλάδας αλλά και τις υποχρεώσεις της σε άμυνα και διπλωματία. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα οφείλει να συνδέει τη συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση με μια ρεαλιστική αποτίμηση των κινδύνων στη Μέση Ανατολή και να αξιοποιεί θεσμικά εργαλεία της ΕΕ για να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε μακροπρόθεσμο οικονομικό πλεονέκτημα.






