Η Τεχεράνη ανεβάζει τους τόνους, χαρακτηρίζοντας την επίθεση του Φεβρουαρίου «πόλεμο επιθετικότητας» εν μέσω διπλωματικών επαφών με τις ΗΠΑ. Η ρητορική κλιμάκωση δείχνει ότι η σύγκρουση ξεπερνά τα περιφερειακά όρια και αγγίζει πλέον το πεδίο της διεθνούς νομιμότητας.
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών επιχειρεί να μεταφέρει τη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ από το πεδίο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο της διεθνούς νομιμότητας. Ο εκπρόσωπος Εσμαΐλ Μπακαΐ κατήγγειλε την επίθεση του Φεβρουαρίου ως «πόλεμο επιθετικότητας», υποστηρίζοντας ότι εκδηλώθηκε ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διπλωματικές διαπραγματεύσεις Τεχεράνης – Ουάσινγκτον.
Η ρητορική της Τεχεράνης και το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα
Ο Μπακαΐ παρουσίασε τη σύγκρουση ως «καθοριστική μάχη για το μέλλον της ανθρωπότητας», επιχειρώντας να πλαισιώσει την αντιπαράθεση όχι μόνο ως διμερές ή περιφερειακό ζήτημα, αλλά ως δοκιμασία για το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Με ιδιαίτερα σκληρές διατυπώσεις κατηγόρησε τις αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις ότι «παραβιάζουν κάθε νόμο του πολέμου και βασική ανθρώπινη αξιοπρέπεια», κάνοντας λόγο για επιθέσεις σε αμάχους και χρήση «νεότερων πυραύλων» σε πολιτικούς στόχους, όπως γυναικείους αθλητικούς χώρους.
Η καταληκτική του φράση, ότι «η σιωπή είναι συνενοχή στο κακό» και η έκκληση για «ηθικό θάρρος να μιλήσουμε», στοχεύει προφανώς σε κοινή γνώμη και κυβερνήσεις τρίτων χωρών, ιδίως εκείνων που επιδιώκουν να διατηρήσουν ισορροπίες μεταξύ Τεχεράνης, Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ. Η ρητορική αυτή εντάσσεται σε μια μακρά ιρανική στρατηγική αξιοποίησης του λόγου περί διεθνούς δικαίου ως αντιστάθμισμα στην υλική υπεροχή των αντιπάλων του.
Διπλωματικές διαπραγματεύσεις υπό την σκιά στρατιωτικών επιχειρήσεων
Η επισήμανση ότι ο βομβαρδισμός έλαβε χώρα ενώ συνεχίζονταν επαφές ΗΠΑ–Ιράν είναι κρίσιμη για τη θεσμική ανάγνωση της κρίσης. Αντανακλά τη διαχρονική δυσπιστία της Τεχεράνης απέναντι στην αμερικανική διπλωματία, η οποία, από την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά έως σήμερα, βιώνεται στο Ιράν ως εναλλαγή διαλόγου και πίεσης. Η σύμπτωση στρατιωτικής δράσης και διαπραγματεύσεων τροφοδοτεί την αφήγηση ότι η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί τη διαπραγμάτευση ως εργαλείο διαχείρισης κόστους, όχι ως ειλικρινή αναζήτηση θεσμικής λύσης.
Για την ευρύτερη Μέση Ανατολή, η εικόνα είναι ενός συστήματος ασφάλειας όπου η απειλή χρήσης βίας παραμένει μόνιμο υπόβαθρο κάθε διπλωματικής κίνησης. Αυτό υπονομεύει όχι μόνο τις προοπτικές μιας σταθερής συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και την αξιοπιστία των διεθνών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, από τον ΟΗΕ μέχρι τις περιφερειακές πρωτοβουλίες ασφαλείας.
Διεθνές δίκαιο, «πόλεμος επιθετικότητας» και θεσμικό προηγούμενο
Ο όρος «πόλεμος επιθετικότητας» δεν είναι απλώς πολιτική ρητορική· έχει σαφή νομική φόρτιση. Στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας, από τον Χάρτη του ΟΗΕ έως τις μεταγενέστερες συνθήκες, η απαγόρευση της επιθετικής χρήσης βίας αποτελεί θεμέλιο της διεθνούς τάξης. Όταν ένα κράτος καταγγέλλει επισήμως ότι είναι θύμα «πολέμου επιθετικότητας», ανοίγει θεωρητικά τον δρόμο για προσφυγές σε διεθνή φόρα, πολιτικές πρωτοβουλίες καταδίκης και προσπάθειες δημιουργίας συμμαχιών με βάση το επιχείρημα της παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας.
Ωστόσο, η πρακτική ισχύς τέτοιων καταγγελιών εξαρτάται από τον συσχετισμό δυνάμεων στα διεθνή όργανα. Με δεδομένη τη θέση των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας, η πιθανότητα θεσμικής καταδίκης παραμένει περιορισμένη. Το Ιράν, γνωρίζοντας αυτά τα όρια, επιδιώκει κυρίως να επηρεάσει την παγκόσμια κοινή γνώμη και να ενισχύσει τη θέση του σε τρίτες αγορές και περιφερειακούς οργανισμούς, όπου η αφήγηση περί «μονομερούς επιθετικότητας» βρίσκει ευήκοα ώτα.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια
Η κλιμάκωση της ρητορικής από την Τεχεράνη προμηνύει μια πιο σκληρή στάση σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά, τους πυραύλους και την περιφερειακή της παρουσία. Όσο η έννοια της «ασφάλειας καθεστώτος» παραμένει κεντρική για την ιρανική ηγεσία, κάθε στρατιωτικό πλήγμα που αποδίδεται σε ΗΠΑ ή Ισραήλ ενισχύει τα επιχειρήματα εκείνων στο εσωτερικό που αντιτίθενται σε παραχωρήσεις και ζητούν περαιτέρω ενίσχυση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των πυραυλικών και μη συμβατικών προγραμμάτων.
Για το Ισραήλ, η ιρανική προσπάθεια διεθνοποίησης της σύγκρουσης δημιουργεί ένα πρόσθετο μέτωπο: πέρα από τη στρατιωτική εξίσωση, καλείται να διαχειριστεί τη φθορά της εικόνας του σε τμήμα της διεθνούς κοινής γνώμης. Για τις ΗΠΑ, η επιμονή στην πολιτική στοχευμένων πληγμάτων, χωρίς σαφή οδικό χάρτη πολιτικής διευθέτησης, ενισχύει την εντύπωση ενός «ανολοκλήρωτου πολέμου» στη Μέση Ανατολή, με κόστος αξιοπιστίας σε συμμάχους και εταίρους.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε περαιτέρω αποσταθεροποίηση στις σχέσεις Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ μεταφράζεται σε αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου στη Μέση Ανατολή, με άμεση αντανάκλαση στις τιμές ενέργειας και στα ναυτιλιακά κόστη διέλευσης από τον Περσικό Κόλπο. Η Αθήνα, ως ενεργειακός διάδρομος και ναυτιλιακό κέντρο, έχει συμφέρον να στηρίζει θεσμικές λύσεις υπό την αιγίδα του διεθνούς δικαίου, διότι μια παρατεταμένη «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και διπλωματία σημαίνει μεγαλύτερη μεταβλητότητα για τις ελληνικές εταιρείες ενέργειας, τα ναυτιλιακά έσοδα και το επενδυτικό προφίλ της χώρας ως σταθερού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο.






