Ο αγιατολάχ Μοτζταμπά Χαμενεΐ επαναφέρει στο προσκήνιο τη ρητορική περί «εχθρικής υπονόμευσης», σε μια συγκυρία έντονης κοινωνικής και οικονομικής πίεσης στο Ιράν. Η έκκλησή του για «συνέργεια» των θεσμών φωτίζει τον φόβο της Τεχεράνης για εσωτερική αποσταθεροποίηση.
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Μοτζταμπά Χαμενεΐ, κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ότι επιχειρούν να προκαλέσουν διάσπαση στην ιρανική κοινωνία, συνδέοντας ευθέως τις εξωτερικές πιέσεις με τον κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Η παρέμβασή του έρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής δυσχέρειας, διεθνών κυρώσεων και αυξημένης κοινωνικής δυσαρέσκειας στο εσωτερικό της χώρας.
Η ρητορική περί «εχθρού» και το μήνυμα προς το εσωτερικό
Στη δήλωσή του, ο Χαμενεΐ περιέγραψε ένα «τυφλό σχέδιο του εχθρού» που, μετά τον πόλεμο, την οικονομική πίεση και την προπαγανδιστική και πολιτική απομόνωση, στοχεύει πλέον στη δημιουργία κοινωνικής διάσπασης και αποσύνθεσης. Η αναφορά αυτή εντάσσεται σε μια σταθερή γραμμή της ιρανικής ηγεσίας, που παρουσιάζει τις εσωτερικές εντάσεις ως προϊόν εξωτερικής υποκίνησης, επιδιώκοντας να συσπειρώσει την κοινωνία γύρω από το καθεστώς.
Η επίκληση του «εχθρού» λειτουργεί θεσμικά ως εργαλείο νομιμοποίησης της αυστηρής εσωτερικής ασφάλειας και της περιορισμένης πολιτικής συμμετοχής. Παράλληλα, μετατοπίζει το βάρος της ευθύνης για την οικονομική δυσπραγία από τις δομικές αδυναμίες της ιρανικής οικονομίας και τις επιλογές πολιτικής, προς τις διεθνείς κυρώσεις και τη γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ.
Κάλεσμα για «συνέργεια» και ο φόβος θεσμικής τριβής
Ιδιαίτερη σημασία έχει το κάλεσμα του ανώτατου ηγέτη προς όλες τις κρατικές εξουσίες να λειτουργήσουν με «συνέργεια», με στόχο τον εκσυγχρονισμό της χώρας και την αντιμετώπιση των ανησυχιών των πολιτών, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο. Πίσω από τη γενική αυτή διατύπωση διακρίνεται η ανησυχία για ενδοθεσμικές τριβές, σε ένα σύστημα όπου ο ανώτατος ηγέτης, η κυβέρνηση, οι Φρουροί της Επανάστασης και το κοινοβούλιο μοιράζονται, συχνά ανταγωνιστικά, την πραγματική εξουσία.
Η έμφαση στα «οικονομικής φύσεως» προβλήματα αναγνωρίζει σιωπηρά ότι η κοινωνική συνοχή στο Ιράν κρίνεται πλέον λιγότερο στο ιδεολογικό πεδίο και περισσότερο στην καθημερινότητα: πληθωρισμός, ανεργία, πρόσβαση σε βασικά αγαθά και προοπτικές για τη νεότερη γενιά. Η ρητορική περί ενότητας συνοδεύεται έτσι από μια έμμεση παραδοχή ότι η οικονομική πίεση έχει μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό κίνδυνο.
Οικονομικές πιέσεις, κυρώσεις και κοινωνική κόπωση
Η ιρανική οικονομία λειτουργεί επί σειρά ετών υπό το βάρος εκτεταμένων κυρώσεων, περιορισμένης πρόσβασης σε διεθνή χρηματοπιστωτικά δίκτυα και ασταθούς πετρελαϊκής ζήτησης. Το αποτέλεσμα είναι μια χρόνια κατάσταση χαμηλής ανάπτυξης, περιορισμένων επενδύσεων και διαβρωμένης αγοραστικής δύναμης. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα ένταση, είτε στο μέτωπο των κυρώσεων είτε στην περιφερειακή ασφάλεια, μεταφράζεται άμεσα σε επιπρόσθετη πίεση για τα νοικοκυριά.
Η κοινωνική κόπωση από τις οικονομικές θυσίες και τους περιορισμούς δημιουργεί ένα εύφλεκτο υπόστρωμα, όπου ακόμη και μερικής κλίμακας διαμαρτυρίες αποκτούν ευρύτερο πολιτικό βάρος. Η ηγεσία της Τεχεράνης, διαβάζοντας αυτή τη δυναμική, επιδιώκει να προλάβει ενδεχόμενη κλιμάκωση, συνδέοντας τις εσωτερικές εντάσεις με εξωτερικούς «εχθρούς» και προβάλλοντας την ενότητα ως προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης.
Περιφερειακή ασφάλεια και ο ρόλος των ΗΠΑ και του Ισραήλ
Οι αναφορές του Χαμενεΐ σε ΗΠΑ και Ισραήλ δεν είναι απλώς ρητορικές. Αντανακλούν τη δομική αντιπαράθεση του Ιράν με την αμερικανική πολιτική κυρώσεων και περιορισμού της ιρανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, καθώς και τη μακροχρόνια σύγκρουση με το Ισραήλ σε επίπεδο ασφάλειας, πληροφοριών και περιφερειακών συμμαχιών. Η εικόνα του «διπλού εχθρού» αξιοποιείται για να εξηγηθεί στο εσωτερικό κοινό γιατί η χώρα παραμένει σε καθεστώς υψηλής έντασης και απομόνωσης.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η διαρκής επίκληση εξωτερικών απειλών ενισχύει την τάση στρατιωτικοποίησης της ιρανικής οικονομίας και πολιτικής. Πόροι κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στην άμυνα και στις περιφερειακές προβολές ισχύος, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για επενδύσεις σε υποδομές, κοινωνικό κράτος και παραγωγικό μετασχηματισμό. Αυτή η επιλογή, αν και κρίνεται απαραίτητη από την ιρανική ηγεσία, εγκλωβίζει τη χώρα σε έναν κύκλο χαμηλής εμπιστοσύνης με τη Δύση και υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιοχή και τις αγορές
Η επιμονή της Τεχεράνης σε αφήγημα πολιορκημένου κράτους, σε συνδυασμό με τη σκληρή γραμμή των ΗΠΑ στις κυρώσεις, σημαίνει ότι η αποσυμπίεση στο ιρανικό μέτωπο δύσκολα θα είναι γρήγορη. Για την παγκόσμια οικονομία, το Ιράν παραμένει ένας κρίσιμος, αλλά υποαξιοποιημένος, παίκτης στην ενέργεια, με σημαντικά αποθέματα που δεν μπορούν να ενσωματωθούν πλήρως στις διεθνείς αγορές. Αυτό περιορίζει τις δυνατότητες σταθεροποίησης των τιμών ενέργειας μέσω αύξησης προσφοράς από την ιρανική πλευρά.
Ταυτόχρονα, κάθε περίοδος εσωτερικής έντασης στο Ιράν αυξάνει τον κίνδυνο αστάθειας σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, όπως ο Περσικός Κόλπος και τα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και χωρίς άμεσο επεισόδιο, η αύξηση του αντιληπτού κινδύνου αρκεί για να ενισχύσει τα ασφάλιστρα μεταφοράς και να επιβαρύνει το κόστος στην εφοδιαστική αλυσίδα ενέργειας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η σταθερά υψηλή γεωπολιτική ένταση γύρω από το Ιράν λειτουργεί διττά. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη στρατηγική αξία της Ελλάδας ως ενεργειακής και ναυτιλιακής πύλης της Ευρώπης, ευνοώντας επενδύσεις σε λιμάνια, υποδομές LNG και αγωγούς. Από την άλλη, διατηρεί αυξημένο το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στην ενέργεια και στη ναυτιλία, με πιθανές επιβαρύνσεις στο κόστος καυσίμων, στα ναύλα και τελικά στις τιμές για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη ναυτιλία και στην ενέργεια, η εξέλιξη επιβεβαιώνει την ανάγκη για στρατηγική διαχείριση κινδύνου και διαφοροποίηση πηγών προμήθειας, καθώς η Μέση Ανατολή παραμένει επίμονα πεδίο γεωπολιτικής αστάθειας.






