Ο Μασούντ Πεζεσκιαν επιχειρεί να επανανοηματοδοτήσει τις διαπραγματεύσεις ως εργαλείο ισχύος και όχι υποχώρησης. Το μήνυμα απευθύνεται ταυτόχρονα σε Ουάσιγκτον, Τελ Αβίβ και στο εσωτερικό ιρανικό ακροατήριο.
Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιαν έστειλε σαφές πολιτικό μήνυμα, δηλώνοντας ότι «οι διαπραγματεύσεις δεν σημαίνουν παράδοση», αλλά μέσο για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων. Μιλώντας σε σύσκεψη για την αποκατάσταση ζημιών από τον πόλεμο, υπογράμμισε πως «ο στόχος είναι να υλοποιηθούν τα δικαιώματα του ιρανικού λαού και να υπερασπιστούμε τα εθνικά συμφέροντα με ισχύ».
Τι επιδιώκει η Τεχεράνη με το νέο αφήγημα
Η φράση του Πεζεσκιαν ότι η διαπραγμάτευση δεν ισοδυναμεί με παράδοση στοχεύει σε δύο επίπεδα. Πρώτον, απαντά σε σκληροπυρηνικές φωνές στο εσωτερικό που ταυτίζουν κάθε άνοιγμα προς τη Δύση με υποχώρηση. Δεύτερον, στέλνει σήμα προς τις ΗΠΑ και τους περιφερειακούς παίκτες ότι η Τεχεράνη δεν αποκλείει την επανεκκίνηση συνομιλιών, αλλά δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τις βασικές της «κόκκινες γραμμές».
Η αναφορά σε «υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων με ισχύ» διατηρεί το σκληρό περίβλημα της ιρανικής ρητορικής, ώστε να μην εκληφθεί η διάθεση για διάλογο ως αδυναμία. Στην πράξη, ο Πεζεσκιαν επιχειρεί να συνδυάσει τον πραγματισμό στις διεθνείς σχέσεις με την ανάγκη εσωτερικής νομιμοποίησης, σε μια περίοδο όπου οι κυρώσεις, η ενεργειακή μετάβαση και η γεωπολιτική αστάθεια πιέζουν την ιρανική οικονομία.
Σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν και ο υπολογισμός ισχύος
Το μήνυμα εντάσσεται στο μακρύ και αντιφατικό ιστορικό των σχέσεων ΗΠΑ–Ιράν. Κάθε φορά που η Τεχεράνη έχει προσεγγίσει τη διαπραγμάτευση –από τη συμφωνία για τα πυρηνικά μέχρι τις έμμεσες συνομιλίες για κυρώσεις και περιφερειακές συγκρούσεις– έχει αντιμετωπίσει εσωτερική καχυποψία ότι «υποχωρεί». Η δήλωση Πεζεσκιαν επιχειρεί να ανατρέψει αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζοντας τη διαπραγμάτευση ως συνέχεια της αντιπαράθεσης με άλλα μέσα.
Για την Ουάσιγκτον, ένα τέτοιο σήμα μπορεί να ερμηνευθεί ως παράθυρο επανεξέτασης των καναλιών επικοινωνίας, ιδίως σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και ενεργειακής σταθερότητας. Ωστόσο, η ρητή επίκληση της «αυθεντίας» και της «ισχύος» δείχνει ότι η Τεχεράνη δεν είναι διατεθειμένη να επιστρέψει σε ένα μοντέλο συμφωνίας που θα μοιάζει πολιτικά με την προηγούμενη πυρηνική συμφωνία χωρίς σημαντικά ανταλλάγματα σε κυρώσεις και περιφερειακή αναγνώριση ρόλου.
Πόλεμος, ανοικοδόμηση και εσωτερική νομιμοποίηση
Το γεγονός ότι ο πρόεδρος μίλησε σε πλαίσιο «ανοικοδόμησης ζημιών από τον πόλεμο» δεν είναι τυχαίο. Το αφήγημα της αντοχής απέναντι στις συγκρούσεις και τις κυρώσεις συνδέεται με την υπόσχεση ότι η κυβέρνηση μπορεί να εξασφαλίσει πόρους για αποκατάσταση και ανάπτυξη, είτε μέσω συνέχισης της αντίστασης είτε –πλέον– μέσω στοχευμένων διαπραγματεύσεων.
Η σύνδεση διαπραγμάτευσης και ανοικοδόμησης προετοιμάζει το έδαφος για μια πιο πραγματιστική οικονομική πολιτική. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Τεχεράνη χρειάζεται πρόσβαση σε κεφάλαια, τεχνολογία και αγορές ενέργειας, στοιχεία που δεν μπορούν να διασφαλιστούν μόνο με λογική σύγκρουσης. Η ρητορική Πεζεσκιαν επιδιώκει να «επιτρέψει» αυτή τη στροφή χωρίς να θίξει τον πυρήνα της ιδεολογικής ταυτότητας του καθεστώτος.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιοχή και τις αγορές ενέργειας
Εάν το Ιράν σταθεροποιήσει μια γραμμή όπου η διαπραγμάτευση θεωρείται θεμιτό εργαλείο ισχύος, μπορεί να δούμε σταδιακή αποσυμπίεση σε μέτωπα όπως τα στενά του Ορμούζ, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η διαχείριση των περιφερειακών συγκρούσεων με τη συμμετοχή ιρανικών συμμάχων. Αυτό δεν σημαίνει άμεση αποκλιμάκωση, αλλά ενισχύει τα περιθώρια για στοχευμένες συμφωνίες «περιορισμένου σκοπού».
Για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, κάθε ένδειξη ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να ενταχθεί –έστω μερικώς– σε ένα πιο προβλέψιμο πλαίσιο, μειώνει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές του πετρελαίου. Ωστόσο, όσο οι κυρώσεις παραμένουν και η στρατηγική δυσπιστία με τις ΗΠΑ δεν αίρεται, η αγορά θα συνεχίσει να προεξοφλεί περιοδικές εντάσεις.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε βήμα προς πιο προβλέψιμο πλαίσιο στις σχέσεις Ιράν–Δύσης έχει διττή σημασία. Πρώτον, η μείωση γεωπολιτικού ρίσκου στη Μέση Ανατολή σταθεροποιεί τις τιμές ενέργειας, κρίσιμο παράγοντα για μια εισαγωγική χώρα όπως η Ελλάδα. Δεύτερον, σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, ενδεχόμενη χαλάρωση κυρώσεων θα άνοιγε περιθώρια για ελληνικές ναυτιλιακές, ενεργειακές και τεχνικές εταιρείες να επανεξετάσουν την ιρανική αγορά, πάντα εντός του ευρωπαϊκού και διεθνούς ρυθμιστικού πλαισίου. Η στάση Πεζεσκιαν δείχνει ότι η Τεχεράνη αναζητά τρόπους να μετατρέψει τη σκληρή ισχύ σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο· αν αυτό επιβεβαιωθεί στην πράξη, η ελληνική πλευρά οφείλει να παρακολουθεί στενά τις θεσμικές εξελίξεις, ώστε να αξιοποιήσει έγκαιρα τυχόν νέες νόμιμες διαύλους συνεργασίας.






