Ιράν πιέζει ΗΠΑ για ταχεία συμφωνία ενώ αυξάνονται οι όροι

Η Τεχεράνη καλεί την Ουάσινγκτον να μην «τραβήξει σε μάκρος» τις συνομιλίες, ενώ το Ισραήλ ζητά πλήρη αποσυναρμολόγηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Στο παρασκήνιο, το Πακιστάν εμφανίζεται ως αγωγός ανταλλαγής μηνυμάτων, επιβεβαιώνοντας το πολυεπίπεδο παιχνίδι ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Η νέα κίνηση της Τεχεράνης να καλέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην παρατείνουν τις διαπραγματεύσεις, όπως μετέδωσε το τηλεοπτικό δίκτυο Al-Arabiya, δείχνει ότι το Ιράν επιδιώκει ένα γρήγορο πολιτικό αποτέλεσμα, πριν η διαπραγμάτευση εγκλωβιστεί σε εσωτερικές πιέσεις και στις ΗΠΑ και στο ίδιο το ιρανικό καθεστώς. Την ίδια ώρα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να ζητά από την Ουάσινγκτον μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει ρητά την αποσυναρμολόγηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, ανεβάζοντας τον πήχη των απαιτήσεων.

Γιατί το Ιράν βιάζεται να κλείσει τον κύκλο των συνομιλιών

Η ιρανική έκκληση να μην υπάρξει χρονοτριβή στις συνομιλίες αντανακλά έναν συνδυασμό οικονομικής πίεσης και γεωπολιτικού υπολογισμού. Οι πολυετείς κυρώσεις έχουν διαβρώσει την ικανότητα της χώρας να προσελκύσει επενδύσεις, να ανανεώσει τις ενεργειακές της υποδομές και να σταθεροποιήσει το νόμισμα, γεγονός που τροφοδοτεί κοινωνική δυσαρέσκεια. Μια συμφωνία με τις ΗΠΑ, ακόμη και περιορισμένης εμβέλειας, θα μπορούσε να ανοίξει δρόμο για μερική χαλάρωση κυρώσεων, ιδίως στον ενεργειακό και χρηματοπιστωτικό τομέα.

Παράλληλα, η ιρανική ηγεσία γνωρίζει ότι το παράθυρο πολιτικής βούλησης στην Ουάσινγκτον δεν είναι σταθερό. Οι αμερικανικοί εκλογικοί κύκλοι, η πόλωση στο Κογκρέσο και η ισχυρή επιρροή φιλοϊσραηλινών και σκληροπυρηνικών κύκλων στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, καθιστούν την ταχύτητα κρίσιμο παράγοντα. Όσο περισσότερο παρατείνονται οι συνομιλίες, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος εσωτερικών ανατροπών που θα δυσκολέψουν την επικύρωση οποιασδήποτε συμφωνίας.

Ο ρόλος του Πακιστάν ως αγωγός μηνυμάτων

Η πληροφορία ότι η ιρανική απάντηση στην αμερικανική πρόταση συμφωνίας παραδόθηκε στις ΗΠΑ μέσω του Πακιστάν υπογραμμίζει την απουσία άμεσου διαύλου επικοινωνίας και την ανάγκη τρίτων μεσολαβητών. Το Πακιστάν, μουσουλμανική πυρηνική δύναμη με ιστορικούς δεσμούς με το Ιράν αλλά και στενή –αν και περίπλοκη– σχέση ασφαλείας με την Ουάσινγκτον, αξιοποιεί τον ρόλο αυτό για να ενισχύσει τη δική του περιφερειακή βαρύτητα.

Η έμμεση αυτή διπλωματία επιτρέπει σε όλες τις πλευρές να διατηρούν περιθώρια άρνησης και ευελιξίας. Ωστόσο, η χρήση ενδιάμεσων κρατών και υπηρεσιών επιβραδύνει την ανταλλαγή τεχνικών και πολιτικών προτάσεων, αυξάνοντας τον κίνδυνο παρεξηγήσεων. Σε ένα τόσο ευαίσθητο πεδίο, όπου κάθε λέξη σε ένα κείμενο συμφωνίας μπορεί να έχει στρατηγικές συνέπειες, η διαμεσολάβηση τρίτων είναι ταυτόχρονα εργαλείο αποκλιμάκωσης και πηγή καθυστερήσεων.

Η ισραηλινή κόκκινη γραμμή: πλήρης αποσυναρμολόγηση

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να έχει καταστήσει σαφές προς την Ουάσινγκτον ότι οποιαδήποτε συμφωνία με το Ιράν θα πρέπει να περιλαμβάνει την «αποσυναρμολόγηση» του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Για το Ισραήλ, που αντιμετωπίζει το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα ως υπαρξιακή απειλή, η απλή επιτήρηση ή ο περιορισμός του προγράμματος δεν θεωρείται επαρκής εγγύηση ασφάλειας. Η θέση αυτή κινείται πολύ πέρα από τη λογική του προηγούμενου Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA), το οποίο εστίαζε σε περιορισμούς και ελέγχους, όχι σε πλήρη αποξήλωση.

Η διαφορά αυτή δημιουργεί μια δομική ένταση ανάμεσα στις επιδιώξεις της Ουάσινγκτον και τις απαιτήσεις του Τελ Αβίβ. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν συνήθως μια ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και τη διαχείριση κινδύνου, αποφεύγοντας λύσεις που θα ωθούσαν το Ιράν σε πλήρη ρήξη ή σε αποχώρηση από διεθνείς συνθήκες. Το Ισραήλ, αντίθετα, πιέζει για μια συμφωνία που να μοιάζει περισσότερο με στρατηγική αποστρατιωτικοποίησης του Ιράν στον πυρηνικό τομέα, κάτι που η Τεχεράνη δύσκολα θα αποδεχθεί χωρίς σημαντικά ανταλλάγματα σε κυρώσεις και ασφάλεια.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή

Η έκβαση αυτών των διαπραγματεύσεων θα διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή για την επόμενη δεκαετία. Ένα σενάριο περιορισμένης συμφωνίας, με έλεγχο του εμπλουτισμού ουρανίου και μερική χαλάρωση κυρώσεων, θα μπορούσε να σταθεροποιήσει προσωρινά το μέτωπο Ιράν–Δύσης, χωρίς όμως να αίρει τις βαθύτερες καχυποψίες. Αντίθετα, μια παρατεταμένη αποτυχία ή κατάρρευση των συνομιλιών θα ενίσχυε τη λογική των «μονομερών ενεργειών», είτε με τη μορφή μυστικών επιχειρήσεων, είτε με στοχευμένα πλήγματα, είτε με περαιτέρω κλιμάκωση μέσω πληρεξουσίων (proxy conflicts) σε Λίβανο, Συρία, Υεμένη και Ιράκ.

Στο ενεργειακό πεδίο, η σταθεροποίηση των σχέσεων με το Ιράν θα μπορούσε να αυξήσει τη διαθεσιμότητα πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά, πιέζοντας προς τα κάτω τις τιμές ή τουλάχιστον περιορίζοντας τις απότομες διακυμάνσεις. Αντιθέτως, μια νέα περίοδος έντασης –με απειλές κατά των θαλάσσιων οδών στον Περσικό Κόλπο ή με επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές– θα ενίσχυε τα ασφάλιστρα κινδύνου στις τιμές ενέργειας, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος μεταφορών και παραγωγής διεθνώς.

Τι σημαίνει η πίεση χρόνου για τις ΗΠΑ

Για την Ουάσινγκτον, η ιρανική απαίτηση για ταχεία ολοκλήρωση των συνομιλιών λειτουργεί ως διπλωματικό «ρολόι αντίστροφης μέτρησης». Η αμερικανική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μια σταθεροποιητική συμφωνία και στην πολιτική φθορά που μπορεί να προκαλέσει μια «συμβιβαστική» λύση στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η όποια συμφωνία θα πρέπει να είναι τεχνικά στιβαρή, ώστε να αντέξει σε έλεγχο από το Κογκρέσο και την αντιπολίτευση, αλλά και πολιτικά διαχειρίσιμη, ώστε να μη θεωρηθεί «υποχώρηση» απέναντι στην Τεχεράνη.

Η πίεση χρόνου, ωστόσο, δεν λειτουργεί μονόπλευρα. Αν η Ουάσινγκτον εκτιμήσει ότι το Ιράν χρειάζεται περισσότερο μια συμφωνία λόγω οικονομικής ασφυξίας, μπορεί να επιλέξει τακτική καθυστέρησης για να αποσπάσει πρόσθετες παραχωρήσεις. Σε αυτό το παίγνιο, κάθε δημόσια διαρροή –όπως η σημερινή για την ιρανική έκκληση να μην παραταθούν οι συνομιλίες– αποτελεί και εργαλείο πίεσης, καθώς διαμορφώνει τις προσδοκίες των εταίρων και των αγορών.

Σχόλιο : Για την ελληνική οικονομία, η πορεία των αμερικανοϊρανικών διαπραγματεύσεων δεν είναι αφηρημένο γεωπολιτικό ζήτημα, αλλά μεταφράζεται άμεσα σε κόστος ενέργειας, ναύλα και επενδυτική ψυχολογία. Μια συμφωνία που θα αποκλιμακώσει την ένταση και θα επιτρέψει αυξημένες ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου θα μπορούσε να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά για τις τιμές ενέργειας, στηρίζοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παράλληλα, η ελληνική ναυτιλία –ιδίως στα δεξαμενόπλοια– θα βρεθεί αντιμέτωπη με ανακατανομή ροών και πιθανές νέες ευκαιρίες, εφόσον επανέλθουν σε κανονικότητα οι μεταφορές ιρανικού αργού. Αντίθετα, ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης θα ενίσχυε τη μεταβλητότητα στις τιμές, αυξάνοντας τον κίνδυνο για τον κρατικό προϋπολογισμό και περιπλέκοντας τον σχεδιασμό ενεργειακής μετάβασης, ακριβώς τη στιγμή που η Ελλάδα επιχειρεί να στηρίξει ανάπτυξη με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.

#Ιράν #ΗΠΑ #Ισραήλ #ΜέσηΑνατολή #Ενέργεια

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.