Τεχεράνη προειδοποιεί την Ουάσινγκτον ότι πρέπει να αποδεχθεί τους όρους της ή να υποστεί «στρατιωτική ήττα». Στο επίκεντρο η άρνηση για πάγωμα εμπλουτισμού ουρανίου και μεταφορά αποθεμάτων στις ΗΠΑ.
Η Τεχεράνη στέλνει νέο, σαφώς κλιμακωμένο μήνυμα προς την Ουάσινγκτον, συνδέοντας ανοιχτά τη διπλωματία με την απειλή στρατιωτικής σύγκρουσης. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Άμυνας, Ρεζά Ταλαεϊ-Νικ, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποδεχθούν τους όρους που έχει διαμηνύσει το Ιράν μέσω διπλωματικών διαύλων, διαφορετικά, όπως είπε, θα βρεθούν αντιμέτωπες με «ήττα στο στρατιωτικό πεδίο».
Σύνδεση διπλωματίας και στρατιωτικής αποτροπής
Στις δηλώσεις του, που μεταδόθηκαν από το επίσημο πρακτορείο IRNA, ο Ταλαεϊ-Νικ υποστήριξε ότι το Ιράν έχει ήδη αποδείξει τις στρατιωτικές του δυνατότητες στη σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Προειδοποίησε ότι κάθε «απειλή ή επίθεση» από τις δύο χώρες θα απαντηθεί με «αποφασιστική και τελική απάντηση», διατυπώνοντας μια γραμμή αποτροπής που αφήνει ελάχιστο χώρο για παρερμηνείες.
Η ρητορική αυτή εντάσσεται σε μια μακρά στρατηγική της Ισλαμικής Δημοκρατίας: να χρησιμοποιεί την εικόνα της στρατιωτικής αντοχής –από τα βαλλιστικά προγράμματα έως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα δίκτυα συμμάχων σε Λίβανο, Συρία, Υεμένη– ως μοχλό πίεσης σε κάθε διαπραγμάτευση με τη Δύση. Η Τεχεράνη επιχειρεί να καταδείξει ότι το κόστος της σύγκρουσης για τον «εχθρό» θα είναι υψηλότερο από το πολιτικό κόστος αποδοχής των ιρανικών όρων.
Το πυρηνικό πρόγραμμα ως «κόκκινη γραμμή τιμής»
Παράλληλα, ο βουλευτής Αμπάς Γκαλρού, μέλος της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας του ιρανικού Κοινοβουλίου, αποκάλυψε δύο συγκεκριμένες απαιτήσεις των ΗΠΑ που η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν μπορεί να δεχθεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουάσινγκτον ζητά από το Ιράν να σταματήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου και να αποστείλει το ήδη εμπλουτισμένο ουράνιο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Γκαλρού χαρακτήρισε τα δύο αυτά σημεία «ζήτημα τιμής» για το Ιράν, σηματοδοτώντας ότι δεν πρόκειται απλώς για τεχνικές παραμέτρους μιας πυρηνικής συμφωνίας, αλλά για θεμελιώδη πτυχή της εθνικής κυριαρχίας. Η επιμονή στο δικαίωμα εμπλουτισμού αποτελεί σταθερή θέση της Τεχεράνης από την εποχή της αρχικής Συμφωνίας για τα Πυρηνικά (JCPOA), η οποία κατέρρευσε μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ.
Η άρνηση μεταφοράς του εμπλουτισμένου ουρανίου στο εξωτερικό δείχνει επίσης την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη Δύση, ύστερα από χρόνια κυρώσεων και πολιτικών ανατροπών στην Ουάσινγκτον. Για την ιρανική ηγεσία, η φυσική κατοχή αποθεμάτων ουρανίου αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα, τόσο για την ενεργειακή στρατηγική όσο και για την αποτροπή.
Κίνδυνος νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή
Οι δηλώσεις Ταλαεϊ-Νικ και Γκαλρού έρχονται σε μια περίοδο που η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε διαρκή ένταση, με τα μέτωπα σε Γάζα, Συρία, Ιράκ και Υεμένη να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Κάθε σκληρό μήνυμα από την Τεχεράνη ή την Ουάσινγκτον μεταφράζεται άμεσα σε κίνδυνο για νέα επεισόδια διά αντιπροσώπων, με επιθέσεις σε πλοία, ενεργειακές υποδομές ή αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.
Η ρητορική περί «στρατιωτικής ήττας» δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι μια άμεση σύγκρουση είναι προ των πυλών, αλλά αυξάνει την πιθανότητα λανθασμένων υπολογισμών. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να συγκρατήσουν την ένταση χωρίς να εμφανιστούν ως δύναμη υποχώρησης, ενώ το Ιράν προσπαθεί να κατοχυρώσει συνθήκες που θα του επιτρέπουν να συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα με όσο το δυνατόν λιγότερους περιορισμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαπραγμάτευση για το πυρηνικό ζήτημα μετατρέπεται σε παζλ ασφάλειας, ιδεολογίας και εσωτερικής πολιτικής, τόσο στην Τεχεράνη όσο και στην Ουάσινγκτον. Η απουσία σταθερού θεσμικού πλαισίου, αντίστοιχου μιας μόνιμης συμφωνίας με εγγυήσεις από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, αφήνει το πεδίο εκτεθειμένο σε συγκυριακές αποφάσεις και αλλαγές ηγεσιών.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ενεργειακή ασφάλεια
Η επιμονή του Ιράν στο πυρηνικό του πρόγραμμα και η σύγκρουση με τις ΗΠΑ έχουν άμεσες προεκτάσεις για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Κάθε νέα δέσμη κυρώσεων ή απειλή στρατιωτικής αντιπαράθεσης επαναφέρει τον κίνδυνο για τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, ιδίως στα Στενά του Ορμούζ.
Αν και οι αγορές έχουν σε μεγάλο βαθμό «συνηθίσει» την ένταση με το Ιράν, μια πραγματική κλιμάκωση θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες τιμών, σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον πληθωρισμό και την επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η αβεβαιότητα γύρω από την ιρανική παραγωγή πετρελαίου και τις εξαγωγές της, επίσημες και ανεπίσημες, παραμένει παράγοντας αστάθειας.
Σε βάθος χρόνου, η επιλογή της Τεχεράνης να προτάσσει την πυρηνική κυριαρχία έναντι πιθανών οικονομικών ανταλλαγμάτων –όπως η άρση κυρώσεων και η πλήρης επανένταξη στο διεθνές εμπόριο– δείχνει ότι η ιρανική ηγεσία ιεραρχεί την ασφάλεια και το καθεστωτικό κύρος πάνω από την άμεση οικονομική ανακούφιση. Αυτό όμως σημαίνει ότι η περιοχή θα παραμείνει ζώνη αυξημένου γεωπολιτικού ρίσκου για χρόνια.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, κάθε κλιμάκωση στις σχέσεις Ιράν–ΗΠΑ μεταφράζεται σε αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου στις θαλάσσιες μεταφορές και πιθανές πιέσεις στις τιμές ενέργειας. Η ελληνική ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία σε μεταφορά πετρελαίου και προϊόντων του, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της αστάθειας, ενώ η εγχώρια αγορά ενέργειας παραμένει ευάλωτη σε απότομες διακυμάνσεις διεθνών τιμών. Η μακροπρόθεσμη απάντηση για την Ελλάδα δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιτάχυνση της διαφοροποίησης πηγών προμήθειας και της ενεργειακής μετάβασης, ώστε η εξωτερική γεωπολιτική ένταση να μην μετατρέπεται κάθε φορά σε εσωτερικό πληθωριστικό σοκ.






