Η Τζόρτζια Μελόνι συναντά τον νέο Ούγγρο πρωθυπουργό Πέτερ Μάγκυαρ στη Ρώμη, λίγο πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Στο επίκεντρο οι διμερείς σχέσεις, η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και το μεταναστευτικό.
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι συναντήθηκε την Πέμπτη στη Ρώμη με τον επερχόμενο πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Πέτερ Μάγκυαρ, λίγες ημέρες πριν από την επίσημη ορκωμοσία του. Η επαφή έρχεται σε μια μεταβατική φάση για την Ουγγαρία, μετά την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν τον Απρίλιο, αλλά και σε μια περίοδο έντονων ευρωπαϊκών ανακατατάξεων ενόψει των αποφάσεων για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ και την αναθεώρηση πολιτικών σε ενέργεια και μετανάστευση.
Ποια ήταν τα βασικά θέματα της ατζέντας
Σύμφωνα με την ανάρτηση της Τζόρτζια Μελόνι στην πλατφόρμα Χ, η συζήτηση κάλυψε «τα κύρια διμερή ζητήματα και τις προκλήσεις που η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει: από την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του [οικονομικού] μας συστήματος και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών έως τα βασικά διεθνή μέτωπα κρίσης». Η ιταλική πλευρά επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η μετάβαση εξουσίας στη Βουδαπέστη δεν θα διαταράξει τον άξονα συνεργασίας Ρώμης–Βουδαπέστης σε θέματα όπως η βιομηχανική πολιτική, η ενεργειακή ασφάλεια και η κοινή στάση σε διαπραγματεύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Μελόνι τόνισε επίσης ότι θα εργαστεί για την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων Ιταλίας–Ουγγαρίας. Αυτό σηματοδοτεί πρόθεση διατήρησης της πολιτικής και οικονομικής εγγύτητας, παρά την πολιτική αλλαγή στην ουγγρική ηγεσία, και αποσκοπεί στη διατήρηση συντονισμού σε ζητήματα όπως οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, η στήριξη της βιομηχανίας και η προσέγγιση στο μεταναστευτικό.
Από τον άξονα Μελόνι–Όρμπαν στη νέα σχέση με Μάγκυαρ
Η Μελόνι υπήρξε πολιτική σύμμαχος του απερχόμενου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, με σύγκλιση σε θέματα κυριαρχίας κρατών-μελών, μεταναστευτικής πολιτικής και κριτικής σε ορισμένες πρωτοβουλίες των Βρυξελλών. Η νίκη του κόμματος Tisza του Πέτερ Μάγκυαρ στις εκλογές του Απριλίου, που τερμάτισε μια 16ετή περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν, αλλάζει το πολιτικό τοπίο στην Κεντρική Ευρώπη και ενδέχεται να επηρεάσει ισορροπίες εντός των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η Ρώμη επιδιώκει να διαγνώσει εγκαίρως τη νέα γραμμή της Βουδαπέστης σε θέματα κράτους δικαίου, χρήσης ευρωπαϊκών πόρων και στάσης απέναντι στην Ουκρανία, καθώς αυτά επηρεάζουν τόσο την κατανομή κονδυλίων όσο και τις συμμαχίες στο Συμβούλιο της ΕΕ. Η πρώιμη συνάντηση πριν την ορκωμοσία του Μάγκυαρ δείχνει πρόθεση και από τις δύο πλευρές να αποφευχθεί κενό συντονισμού και να διασφαλιστεί συνέχεια σε επενδυτικά και ενεργειακά σχέδια στα οποία εμπλέκονται ιταλικές και ουγγρικές επιχειρήσεις.
Επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική και την οικονομία
Η συζήτηση για την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας» της Ευρώπης παραπέμπει σε διαπραγματεύσεις για χαλάρωση δημοσιονομικών περιορισμών, επιτάχυνση επενδύσεων σε βιομηχανία και τεχνολογία και πιθανές προσαρμογές στους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Ιταλία και Ουγγαρία, αν και με διαφορετικό μέγεθος και δομή οικονομιών, έχουν συμφέρον να κατευθυνθούν περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια προς υποδομές, ενέργεια και παραγωγή, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Στο μεταναστευτικό, η συνάντηση επιβεβαιώνει ότι η Ρώμη αναζητεί σταθερούς εταίρους για την προώθηση πιο αυστηρών ευρωπαϊκών πολιτικών φύλαξης συνόρων και επιστροφών, καθώς και για τη διεύρυνση των συμφωνιών με τρίτες χώρες. Η στάση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης σε αυτό το πεδίο θα επηρεάσει τις ισορροπίες στο εσωτερικό της ΕΕ, ειδικά σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των νέων κανονισμών για το άσυλο και τη μετανάστευση.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η διατήρηση ενός σταθερού άξονα Ιταλίας–Ουγγαρίας εντός της ΕΕ σημαίνει ότι η Αθήνα θα χρειαστεί να τοποθετηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια σε κρίσιμες διαπραγματεύσεις για τον επόμενο κοινοτικό προϋπολογισμό, τους δημοσιονομικούς κανόνες και την κατεύθυνση των επενδυτικών πόρων. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να αξιοποιήσει τη σύγκλιση με τη Ρώμη σε ζητήματα μεταναστευτικής διαχείρισης και ευελιξίας στις δημόσιες επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τον γαλλογερμανικό πυρήνα, ώστε να μην εγκλωβιστεί σε στενό περιφερειακό μπλοκ. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στους κλάδους ενέργειας, υποδομών και μεταφορών, η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη ενεργής παρουσίας στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης και στενότερης παρακολούθησης των διαγωνισμών που θα χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκά κονδύλια στα οποία Ιταλία και Ουγγαρία θα έχουν αυξημένο ενδιαφέρον.






