Ο Νοτιοκορεάτης πρόεδρος Λι Τζε-μυονγκ ζήτησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μετά την επίσκεψή του στην Κίνα. Πίσω από τις αναφορές σε Ιράν και Στενό του Ορμούζ, διαμορφώνεται νέο πλαίσιο ισορροπιών στην Ασία.
Η τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα στον πρόεδρο της Νότιας Κορέας Λι Τζε-μυονγκ και τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Σουλ στη Κίνα, δείχνει ότι η Σεούλ επιχειρεί να τοποθετηθεί ενεργά στο κέντρο της τριγωνικής σχέσης ΗΠΑ–Κίνας. Η κίνηση δεν είναι τυπική διπλωματική ευγένεια, αλλά ένδειξη ότι η νοτιοκορεατική ηγεσία φοβάται πως οι μεγάλες αποφάσεις θα ληφθούν ερήμην της, αν δεν διεκδικήσει ρόλο συνομιλητή και προς τις δύο πλευρές.
Γιατί ο Λι ζήτησε ο ίδιος την κλήση
Σύμφωνα με την προεδρία της Νότιας Κορέας, ήταν ο Λι που ζήτησε την τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ. Αυτό υποδηλώνει ότι η Σεούλ αισθάνεται την ανάγκη να «προ-εξηγήσει» στην Ουάσινγκτον το περιεχόμενο των επαφών του προέδρου της στην Κίνα, πριν αυτές ερμηνευθούν μέσα από τα φίλτρα του αμερικανικού κατεστημένου ασφαλείας.
Η Νότια Κορέα βρίσκεται σε δύσκολη ισορροπία: εξαρτάται στρατιωτικά από τις ΗΠΑ, αλλά η κινεζική αγορά παραμένει κρίσιμη για τις κορεατικές βιομηχανίες τεχνολογίας, αυτοκινήτων και ναυτιλίας. Η πρωτοβουλία Λι δείχνει ότι η Σεούλ επιδιώκει να κρατήσει «ανοιχτή γραμμή» με τον Λευκό Οίκο, ώστε να μην ταυτιστεί, στα μάτια της Ουάσινγκτον, με μια πιθανή κινεζική στρατηγική αποδυνάμωσης της αμερικανικής παρουσίας στην Ανατολική Ασία.
Εμπόριο, Κίνα και ο φόβος της τεχνολογικής αποσύνδεσης
Στην επικοινωνία Τραμπ–Λι, σύμφωνα με τη νοτιοκορεατική πλευρά, συζητήθηκαν και ζητήματα εμπορίου. Πίσω από τον γενικό αυτό όρο κρύβεται η μεγάλη εκκρεμότητα: πώς θα επιβιώσει το νοτιοκορεατικό εξαγωγικό μοντέλο σε ένα περιβάλλον σταδιακής «αποσύνδεσης» ΗΠΑ–Κίνας στην τεχνολογία, στα ημιαγωγά και στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η κυβέρνηση Λι γνωρίζει ότι αν αναγκαστεί να στοιχηθεί πλήρως πίσω από την αμερικανική πολιτική περιορισμού της κινεζικής τεχνολογικής ανόδου, οι κορεατικοί όμιλοι θα χάσουν πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά. Αν όμως παραμείνει πολύ κοντά στο Πεκίνο, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με αμερικανικές κυρώσεις ή εμπορικά αντίποινα. Η τηλεφωνική επαφή με τον Τραμπ είναι μέρος της προσπάθειας να χαραχθεί μια ενδιάμεση γραμμή, με διαβεβαιώσεις προς την Ουάσινγκτον ότι η Σεούλ παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος.
Κοινή γραμμή για Ιράν και Στενό του Ορμούζ
Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν, σύμφωνα με τη νοτιοκορεατική προεδρία, ότι «το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο» και υπογράμμισαν τη σημασία της επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ. Η αναφορά αυτή δείχνει ότι η συζήτηση ξεπέρασε τα διμερή και περιφερειακά της Ασίας και άγγιξε τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Για τη Νότια Κορέα, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο δεν είναι αφηρημένο ζήτημα ασφάλειας, αλλά όρος επιβίωσης: η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή. Κάθε παρατεταμένη διακοπή στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ θα πίεζε το κόστος ενέργειας, θα μείωνε την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και θα απειλούσε την κοινωνική συνοχή μέσω αυξημένου πληθωρισμού.
Η διπλή πίεση στον Λι: ασφάλεια και οικονομία
Ο Λι Τζε-μυονγκ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διπλή πίεση: από τη μία, την ανάγκη να ενισχύσει τη συμμαχία με τις ΗΠΑ απέναντι στην πυρηνικά εξοπλισμένη Βόρεια Κορέα και την αυξανόμενη κινεζική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Από την άλλη, την απαίτηση της κορεατικής οικονομικής ελίτ για σταθερές εμπορικές σχέσεις με την Κίνα και απρόσκοπτη πρόσβαση σε ενέργεια και αγορές.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Λι στην Κίνα και η άμεση επικοινωνία με τον Τραμπ δείχνουν ότι η Σεούλ προσπαθεί να διαμορφώσει ένα πιο αυτόνομο προφίλ, χωρίς όμως να αμφισβητήσει τα θεμέλια της αμερικανικής παρουσίας στην κορεατική χερσόνησο. Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική «ισορροπίας» μπορεί να αντέξει σε περίπτωση κλιμάκωσης είτε στην Ταϊβάν είτε στον Περσικό Κόλπο.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ασιατική αρχιτεκτονική ασφάλειας
Η κίνηση Λι εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση: μεσαίες δυνάμεις της Ασίας –όπως η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, αλλά και κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας– επιχειρούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο λόγο στη διαμόρφωση των κανόνων του παιχνιδιού ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα. Αν η Σεούλ καταφέρει να λειτουργήσει ως γέφυρα αντί για απλό «προκεχωρημένο φυλάκιο», μπορεί να συμβάλει σε μια πιο πολυκεντρική, αλλά σταθερή, αρχιτεκτονική ασφάλειας στην περιοχή.
Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά βλέπουν τις μεσαίες χώρες κυρίως ως πεδία ανταγωνισμού, όχι ως αυτόνομους διαμορφωτές κανόνων. Η επιτυχία ή αποτυχία της νοτιοκορεατικής στρατηγικής θα αποτελέσει ένδειξη για το αν η Ασία οδεύει προς μια νέα «διπολική ψυχροπολεμική» περίοδο ή προς ένα πιο σύνθετο, αλλά ίσως πιο ευέλικτο, σύστημα ισορροπιών.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η συζήτηση Τραμπ–Λι για το Στενό του Ορμούζ έχει άμεση σημασία: τυχόν παρατεταμένη αποσταθεροποίηση στην περιοχή θα αυξήσει το κόστος ενέργειας, πιέζοντας βιομηχανία και νοικοκυριά. Παράλληλα, η προσπάθεια της Νότιας Κορέας να ισορροπήσει ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα προαναγγέλλει ένα διεθνές περιβάλλον με πιο περίπλοκες αλυσίδες εφοδιασμού, όπου η ελληνική ναυτιλία αλλά και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις θα χρειαστεί να κινηθούν με μεγαλύτερη γεωπολιτική εγρήγορση, αξιοποιώντας διπλές και τριπλές συνεργασίες αντί για μονοδιάστατους προσανατολισμούς.






