Η Χάγη ανοίγει τον δρόμο για εξωεδαφικά κέντρα επιστροφής και εξέτασης ασύλου, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική.
Η ολλανδική κυβέρνηση έδωσε το πράσινο φως για τη δημιουργία των πρώτων «κέντρων επιστροφής» μεταναστών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου θα μεταφέρονται άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί. Παράλληλα, η Χάγη προωθεί, σε συντονισμό με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την επεξεργασία αιτημάτων ασύλου εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, σηματοδοτώντας μια μετατόπιση από τη λογική της υποδοχής στη λογική της αποτροπής και της ταχείας επιστροφής.
Τι αποφάσισε η Ολλανδία και ποιοι τη στηρίζουν
Σύμφωνα με ενημέρωση της ολλανδικής κυβέρνησης προς το κοινοβούλιο, η νομική αξιολόγηση από το ινστιτούτο Clingendael κατέληξε ότι δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια για τη δημιουργία κέντρων επιστροφής σε τρίτες χώρες και για την εξωτερική επεξεργασία αιτημάτων ασύλου, υπό την προϋπόθεση σεβασμού των διεθνών υποχρεώσεων. Η κυβέρνηση Γιέτεν εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει σε «συγκεκριμένα βήματα» μέσα στους επόμενους μήνες, με διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη με υποψήφιες χώρες υποδοχής.
Το πρώτο κέντρο επιστροφής εκτός ΕΕ εκτιμάται ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί μόνο από την Ολλανδία, αλλά και από κράτη όπως η Γερμανία, η Ελλάδα, η Αυστρία και η Δανία, τα οποία στηρίζουν μια πιο αυστηρή γραμμή στο μεταναστευτικό. Παράλληλα, η Ολλανδία συνεργάζεται με τη Δανία, τη Μάλτα και τη Σουηδία για σχήματα εξωτερικής επεξεργασίας ασύλου, ενώ η Ιταλία έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο με τη συμφωνία της με την Αλβανία, έστω και σε πιλοτική και νομικά αμφισβητούμενη μορφή.
Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και τα νομικά όρια
Οι ολλανδικές κινήσεις έρχονται σε μια στιγμή που οι ευρωπαϊκοί θεσμοί βρίσκονται στο τελικό στάδιο έγκρισης του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο προβλέπει πιο αυστηρές συνοριακές διαδικασίες και ενισχυμένο μηχανισμό επιστροφών. Η δυνατότητα δημιουργίας κέντρων επιστροφής εκτός ΕΕ και εξωεδαφικής επεξεργασίας αιτήσεων ασύλου αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία της μεταρρύθμισης, καθώς δοκιμάζει τα όρια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του δικαίου της ΕΕ.
Στις 15 Μαΐου, τα 46 κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης κάλεσαν σε ερμηνεία των κανόνων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που να επιτρέπει την άσκηση αποτελεσματικής μεταναστευτικής πολιτικής, δίνοντας πολιτικό σήμα για μεγαλύτερη ευελιξία. Ωστόσο, οργανώσεις δικαιωμάτων και νομικοί προειδοποιούν ότι η φυσική μεταφορά των διαδικασιών εκτός ΕΕ δεν απαλλάσσει τα κράτη από τις υποχρεώσεις μη επαναπροώθησης και προστασίας από απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Γεωπολιτικές ισορροπίες και κίνδυνος «εργολαβικής» διαχείρισης
Η επιλογή των χωρών που θα φιλοξενήσουν τα κέντρα επιστροφής και τα κέντρα ασύλου είναι κατεξοχήν γεωπολιτική. Τρίτα κράτη θα κληθούν να αναλάβουν ρόλο «ασφαλούς ζώνης» για λογαριασμό της ΕΕ, με αντάλλαγμα οικονομική στήριξη, επενδύσεις ή πολιτικά ανταλλάγματα. Το προηγούμενο της συμφωνίας ΕΕ–Τουρκίας και οι πρόσφατες διευθετήσεις με χώρες της Βόρειας Αφρικής δείχνουν ότι τέτοιες συμφωνίες έχουν σημαντικό δημοσιονομικό κόστος και δημιουργούν σχέσεις αλληλεξάρτησης που μπορούν να αξιοποιηθούν πολιτικά από τα κράτη-εταίρους.
Για την ΕΕ, η εξαγωγή της διαχείρισης του ασύλου και των επιστροφών μπορεί να μειώσει τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, αλλά αυξάνει την έκθεση σε θεσμικούς και φήμης κινδύνους. Η εικόνα της Ευρώπης ως χώρου δικαιωμάτων δοκιμάζεται, ενώ κάθε περιστατικό παραβίασης σε εξωτερικό κέντρο θα επιστρέφει ως πολιτικό και νομικό ζήτημα στις Βρυξέλλες και στις εθνικές πρωτεύουσες.
Οικονομική διάσταση: κόστος, ροές και αγορά εργασίας
Η στροφή προς εξωεδαφικά κέντρα επιστροφής συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να περιορίσουν τις ανεξέλεγκτες ροές και το δημοσιονομικό βάρος της μακρόχρονης παραμονής αιτούντων ασύλου χωρίς προοπτική παραμονής. Τα κέντρα αυτά υπόσχονται ταχύτερες διαδικασίες και μεγαλύτερο ποσοστό πραγματικών επιστροφών, άρα θεωρητικά μείωση δαπανών φιλοξενίας και κοινωνικών εντάσεων στις χώρες πρώτης υποδοχής και προορισμού.
Ωστόσο, το οικονομικό ισοζύγιο δεν είναι αυτονόητα θετικό. Η δημιουργία και λειτουργία υποδομών σε τρίτες χώρες, η χρηματοδότηση των τοπικών αρχών και η ανάγκη για αυξημένους μηχανισμούς ελέγχου και εποπτείας συνεπάγονται σημαντικές και επαναλαμβανόμενες δαπάνες. Παράλληλα, η Ευρώπη γηράσκει δημογραφικά και η ζήτηση για εργατικό δυναμικό χαμηλής και μεσαίας ειδίκευσης αυξάνεται, ιδίως σε κλάδους όπως η φροντίδα, η γεωργία και η μεταποίηση. Μια πολιτική που εστιάζει κυρίως στην αποτροπή, χωρίς παράλληλη νόμιμη οδό εισόδου για εργασία, κινδυνεύει να συγκρούεται με τις ανάγκες της ίδιας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Πώς επηρεάζονται η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή περιφέρεια
Η εμπλοκή της Ελλάδας στις διεργασίες για τα κέντρα επιστροφής εκτός ΕΕ δεν είναι τυχαία. Ως χώρα πρώτης γραμμής, με υψηλό ιστορικό βάρος στο μεταναστευτικό και περιορισμένες διοικητικές και δημοσιονομικές αντοχές, η Αθήνα έχει συμφέρον να ενισχυθεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός επιστροφών και να μειωθεί ο αριθμός ατόμων που παραμένουν επί μακρόν σε καθεστώς νομικής εκκρεμότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ελλάδα οφείλει να σταθμίσει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε «εργολάβο» φύλαξης συνόρων και διαχείρισης πληθυσμών για λογαριασμό του πυρήνα της ΕΕ, χωρίς επαρκή αντιστάθμισμα σε επενδύσεις, πρόσβαση σε νόμιμες μεταναστευτικές ροές και θεσμικές εγγυήσεις.
Για τις αγορές και τους επενδυτές, οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναζήτησης πολιτικής σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Χώρες που μπορούν να αποδείξουν ότι διαχειρίζονται το μεταναστευτικό με τρόπο που δεν υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και τα δημόσια οικονομικά, διατηρώντας παράλληλα πρόσβαση σε αναγκαίο εργατικό δυναμικό, θα έχουν πλεονέκτημα σε όρους επενδυτικής ελκυστικότητας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ολλανδική πρωτοβουλία λειτουργεί ως προάγγελος μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής στο μεταναστευτικό, όπου η περιφέρεια της ΕΕ θα κληθεί να αναλάβει δυσανάλογο επιχειρησιακό βάρος. Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει σαφές αντάλλαγμα: σταθερή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, επενδύσεις σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και ένα θεσμοθετημένο πλαίσιο νόμιμης μετανάστευσης που να καλύπτει πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος είναι να αυξηθεί η διοικητική και κοινωνική πίεση, χωρίς αντίστοιχη αναπτυξιακή ωφέλεια ή βελτίωση του επενδυτικού προφίλ της χώρας.






