Περισσότερες από εννέα εβδομάδες μετά την έναρξη ενός πολέμου που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε «τρεις ημέρες», η εικόνα παραμένει θολή. Ο James K. Galbraith επιχειρεί να βάλει τάξη στο χάος, όχι εστιάζοντας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά στο πραγματικό επίκεντρο της σύγκρουσης: την αγορά πετρελαίου και τη γεωοικονομία της ενέργειας.
Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι οι αιτίες του πολέμου δεν είναι ακόμη πλήρως διακριτές και ίσως να μην γίνουν ποτέ. Οι επίσημες αφηγήσεις, οι δηλώσεις και οι διπλωματικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για να εξηγήσουν τι πραγματικά συνέβη. Σε κάθε τέτοια σύγκρουση, υπάρχει πάντα ένα υπόστρωμα μη ειπωμένων κινήτρων, που δεν αποτυπώνεται στα πρακτικά των συναντήσεων ούτε στις δημόσιες δηλώσεις. Αυτό που έχει σημασία, όμως, δεν είναι μόνο το γιατί ξεκίνησε ο πόλεμος, αλλά το πού οδηγεί.
Στην καρδιά της ανάλυσης βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, ο σημαντικότερος ενεργειακός δίαυλος του πλανήτη. Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, καθώς και κρίσιμες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε διαταραχή, ακόμη και σε επίπεδο απειλής, αρκεί για να δημιουργήσει άμεση πίεση στις τιμές. Το γεγονός αυτό μετατρέπει το Ορμούζ από γεωγραφικό σημείο σε στρατηγικό εργαλείο ισχύος.
Ο Galbraith υποστηρίζει ότι το πιο πιθανό σενάριο δεν είναι μια καθαρή στρατιωτική νίκη, αλλά μια γνώριμη εξέλιξη: οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, ενδέχεται να αποχωρήσουν από μια σύγκρουση που δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, απορροφώντας το πολιτικό κόστος και μεταβαίνοντας στο επόμενο στρατηγικό μέτωπο. Σε αυτό το πλαίσιο, η «επικράτηση» του Ιράν δεν σημαίνει απαραίτητα επιθετική νίκη, αλλά διατήρηση θέσης και επιρροής. Σε γεωπολιτικούς όρους, αυτό αρκεί.
Η κρίσιμη παράμετρος, ωστόσο, είναι η αγορά πετρελαίου. Κατά τη διάρκεια της έντασης, οι τιμές ενισχύονται λόγω του λεγόμενου risk premium. Οι αγορές ενσωματώνουν τον κίνδυνο διακοπής της προσφοράς, ανεβάζοντας τις τιμές ανεξάρτητα από το αν η διακοπή τελικά συμβεί. Όμως αυτό το premium δεν είναι μόνιμο. Όταν η ένταση υποχωρήσει ή σταθεροποιηθεί, η αγορά επανατιμολογεί την πραγματικότητα και οι τιμές τείνουν να αποκλιμακώνονται.
Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος χρηματοοικονομικός κίνδυνος. Τα private equity funds και οι επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί επιθετικά στον ενεργειακό τομέα, βασιζόμενοι σε υψηλές τιμές πετρελαίου, βρίσκονται εκτεθειμένοι. Πολλές από αυτές τις τοποθετήσεις είναι μοχλευμένες και εξαρτώνται από τη διατήρηση ενός περιβάλλοντος αυξημένων τιμών. Αν η αγορά κινηθεί προς τα κάτω, οι αποτιμήσεις συμπιέζονται και το ρίσκο μετατρέπεται άμεσα σε ζημία.
Η ανάλυση του Galbraith φωτίζει ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: οι αγορές δεν λειτουργούν με βάση τα γεγονότα, αλλά με βάση τις προσδοκίες. Αν οι συμμετέχοντες στην αγορά πιστέψουν ότι η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ διασφαλίζεται, ότι η ένταση δεν θα κλιμακωθεί περαιτέρω και ότι η προσφορά πετρελαίου θα παραμείνει σταθερή, τότε οι τιμές θα υποχωρήσουν, ακόμη και αν η γεωπολιτική πραγματικότητα παραμένει εύθραυστη.
Η ουσία είναι ότι ο πόλεμος αυτός δεν αφορά μόνο στρατιωτικές ισορροπίες, αλλά κυρίως ροές. Ροές ενέργειας, κεφαλαίων και επιρροής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι βραχυπρόθεσμοι κερδισμένοι είναι όσοι εκμεταλλεύονται τη μεταβλητότητα, ενώ οι πιο εκτεθειμένοι είναι όσοι επενδύουν με την υπόθεση ότι η κρίση θα διαρκέσει.
Καταληκτικά, το πιθανότερο σενάριο, εφόσον υπάρξει αποκλιμάκωση, είναι μια σταδιακή πτώση των τιμών του πετρελαίου και πίεση σε ενεργειακά assets που έχουν αποτιμηθεί σε υψηλά επίπεδα. Ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει σε πολιτικό επίπεδο, αλλά η πραγματική αποτίμηση θα γίνει από τις αγορές.







