Ο παρατεταμένος πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν εξελίσσεται σε συστημικό σοκ για την παγκόσμια οικονομία και τη διεθνή τάξη. Η κλιμάκωση ή η αναδίπλωση της Ουάσιγκτον θα καθορίσει το νέο γεωπολιτικό και ενεργειακό τοπίο.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, που εισέρχεται στον τέταρτο μήνα, παύει πλέον να είναι μια ακόμη περιφερειακή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις να έχουν βαλτώσει και τις πολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον να περιορίζονται δραματικά, η σύγκρουση εξελίσσεται σε σημείο καμπής για την παγκόσμια οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης.
Το δίλημμα που διαμορφώνεται στον Λευκό Οίκο –κλιμάκωση των βομβαρδισμών ή πολιτική αναδίπλωση μέσω συμφωνίας– δεν αφορά μόνο την εσωτερική εικόνα του προέδρου Τραμπ. Αφορά την ικανότητα των δυτικών θεσμών να περιορίσουν έναν πόλεμο επιλογής, ο οποίος ήδη μεταφράζεται σε πληθωριστικά σοκ, επισιτιστική ανασφάλεια και νέα γεωπολιτική ισορροπία υπέρ Κίνας και Ρωσίας.
Αδιέξοδο στο πεδίο, πίεση στην Ουάσιγκτον
Παρά την ένταση των επιχειρήσεων, η στρατιωτική φθορά του Ιράν παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, σημαντικό μέρος του πυραυλικού οπλοστασίου της Τεχεράνης παραμένει λειτουργικό, ενώ η ηγεσία του καθεστώτος δείχνει να αντέχει το πολιτικό κόστος. Η εικόνα δεν θυμίζει γρήγορη, αποφασιστική επιχείρηση, αλλά μια σύγκρουση φθοράς χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.
Αυτό εγκλωβίζει την Ουάσιγκτον σε ένα δυσεπίλυτο σχήμα. Η συνέχιση ή ακόμη περισσότερο η κλιμάκωση των βομβαρδισμών, υπό καθεστώς ήδη αμφισβητούμενης νομιμότητας, αυξάνει τον κίνδυνο καταγγελιών για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και βαθαίνει το ρήγμα με τους ευρωπαίους συμμάχους και τα κράτη του Κόλπου. Από την άλλη, μια συμφωνία που στην ουσία θα επανέφερε παραλλαγή της πυρηνικής συμφωνίας Ομπάμα, την οποία ο ίδιος ο Τραμπ ακύρωσε, θα καταγραφόταν ως στρατηγική ήττα των ΗΠΑ και προσωπική πολιτική ήττα του προέδρου.
Η αδυναμία διαμόρφωσης πειστικής στρατηγικής εξόδου ενισχύει τις συγκρίσεις με προηγούμενες αμερικανικές εμπλοκές σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Βιετνάμ, με τον κίνδυνο ενός νέου «πολέμου χωρίς τέλος» να αποκτά πλέον απτό περιεχόμενο. Η πτώση της δημοτικότητας του προέδρου εντός ΗΠΑ προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πίεσης, καθώς το κόστος του πολέμου γίνεται ορατό στην καθημερινότητα των πολιτών.
Επισιτιστική κρίση και «φόρος πολέμου» στην παγκόσμια οικονομία
Η σύγκρουση στο Ιράν έχει ήδη αρχίσει να μεταφράζεται σε πολλαπλά σοκ στην πραγματική οικονομία. Οι αναταράξεις στις ροές ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο, η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου στη ναυτιλία και η ανασφάλεια στις εφοδιαστικές αλυσίδες οδηγούν σε ανατιμήσεις σε καύσιμα, τρόφιμα και βασικά εμπορεύματα.
Σε ευάλωτες χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, η άνοδος των τιμών σε βασικά διατροφικά αγαθά, όπως το σιτάρι και το ρύζι, συνδυάζεται με ελλείψεις λιπασμάτων και υποχώρηση της διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας. Διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι, εάν ο πόλεμος παραταθεί, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση οξείας πείνας.
Για τις ανεπτυγμένες οικονομίες, το κόστος εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο: υψηλότερο ενεργειακό κόστος, επιτάχυνση του πληθωρισμού και ανάγκη πιο σφιχτής νομισματικής πολιτικής, σε μια συγκυρία που η παγκόσμια ανάπτυξη ήδη επιβραδύνεται. Διεθνείς οργανισμοί αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις για την παγκόσμια ανάπτυξη, αποδίδοντας μέρος της επιβράδυνσης στη «σκιά του πολέμου».
Στην πράξη, οι πολίτες διεθνώς πληρώνουν έναν άτυπο «φόρο πολέμου», μέσω της αύξησης του κόστους ζωής. Η σύγκρουση στο Ιράν λειτουργεί ως εξωγενές σοκ προσφοράς, το οποίο δοκιμάζει τα όρια της αντοχής τόσο των νοικοκυριών όσο και των δημοσιονομικών ισολογισμών των κρατών.
Ρήγμα στη Δύση, κενό ισχύος προς όφελος Κίνας και Ρωσίας
Πέρα από την οικονομική διάσταση, ο πόλεμος επιταχύνει και μια βαθιά γεωπολιτική αναδιάταξη. Η δημόσια διαφωνία μεταξύ ΗΠΑ και βασικών ευρωπαϊκών κρατών, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, για τη διαχείριση της κρίσης, διαβρώνει την εικόνα ενότητας του δυτικού στρατοπέδου. Τα κράτη του Κόλπου, παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον, αναθεωρούν επίσης τη στάση τους, καθώς η εμπλοκή τα καθιστά άμεσα στόχους ιρανικών αντιποίνων.
Το κενό αξιοπιστίας που δημιουργείται αξιοποιείται από τη Ρωσία και την Κίνα. Η Μόσχα επωφελείται από την αυξημένη ζήτηση για ρωσικούς υδρογονάνθρακες σε καθεστώς χαλαρότερων κυρώσεων, ενώ το Πεκίνο ενισχύει τον ρόλο του ως εναλλακτικός πόλος ισχύος για κράτη που επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία από τις ΗΠΑ. Οι ισορροπίες σε Ουκρανία, Ταϊβάν και ευρύτερη Ασία επηρεάζονται έμμεσα, καθώς η Ουάσιγκτον αναλώνει πολιτικό και στρατιωτικό κεφάλαιο στο ιρανικό μέτωπο.
Η εικόνα αυτή ενισχύει τις συζητήσεις περί «πολυπολικού κόσμου», όπου η αμερικανική ισχύς δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη και η δυνατότητα επιβολής μονομερών επιλογών συναντά αυξανόμενη θεσμική και οικονομική αντίσταση.
Πίεση από συμμάχους και θεσμούς: τι εργαλεία υπάρχουν;
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν είναι επιθυμητή η λήξη του πολέμου, στο πώς μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματική πίεση στην Ουάσιγκτον. Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις», όπως ο Καναδάς, η Ινδία, η Βραζιλία και η Ιαπωνία, εξετάζουν τη δυνατότητα συγκρότησης ενός άτυπου μετώπου που θα συνδέει την πολιτική υποστήριξη προς τις ΗΠΑ με σαφείς προϋποθέσεις για αποκλιμάκωση.
Εργαλεία πίεσης υπάρχουν, αν και μέχρι σήμερα έχουν χρησιμοποιηθεί με φειδώ: αυστηρότερη ρητορική και συντονισμένα ψηφίσματα σε ΟΗΕ και G20, στοχευμένοι περιορισμοί σε στρατιωτική συνεργασία εκτός Ουκρανίας, ακόμη και συζήτηση για εμπορικά αντίμετρα. Σε πολιτικό επίπεδο, η αποστολή σαφούς μηνύματος ότι ο πόλεμος δεν διαθέτει ευρεία διεθνή νομιμοποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει το εσωτερικό πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο.
Καθοριστικός παραμένει και ο ρόλος των ίδιων των αμερικανικών θεσμών. Το Κογκρέσο έχει τη δυνατότητα να περιορίσει την εκτελεστική εξουσία σε θέματα πολεμικών αρμοδιοτήτων, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές θα λειτουργήσουν ως δημοψήφισμα για τη στρατηγική της κυβέρνησης. Εάν το πολιτικό κόστος του πολέμου καταστεί υψηλότερο από το όποιο γεωπολιτικό όφελος, η πίεση για αναθεώρηση πορείας θα ενταθεί.
Τι σημαίνει για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Για την Ευρώπη, η κρίση στο Ιράν λειτουργεί ως επιταχυντής δύο κρίσιμων συζητήσεων: της ενεργειακής μετάβασης και της στρατηγικής αυτονομίας. Η εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά σε κεντρικό γεωοικονομικό κίνδυνο, ενώ η ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή γραμμή απέναντι στις ΗΠΑ και στις αναδυόμενες δυνάμεις γίνεται πιο επιτακτική.
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις είναι πολυεπίπεδες. Ως χώρα-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, συμμετέχει σε ένα περιβάλλον όπου οι αποφάσεις για κυρώσεις, στρατιωτική παρουσία και ενεργειακή πολιτική λαμβάνονται σε συλλογικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, ως ναυτιλιακή δύναμη και ενεργειακός κόμβος στην Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική οικονομία επηρεάζεται άμεσα από τις αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές, τα ασφάλιστρα κινδύνου και τις επενδυτικές αποφάσεις σε υποδομές φυσικού αερίου και ανανεώσιμων πηγών.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν συνιστά ταυτόχρονα κίνδυνο και προειδοποίηση. Ο κίνδυνος αφορά κυρίως τον πληθωρισμό μέσω ενέργειας και τροφίμων, την αύξηση του κόστους δανεισμού εάν οι διεθνείς αγορές τιμολογήσουν υψηλότερο γεωπολιτικό ρίσκο, και την πιθανή επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου που επηρεάζει τη ναυτιλία. Η προειδοποίηση αφορά την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής διαφοροποίησης και της πράσινης μετάβασης, καθώς και την ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας της ΕΕ ως παράγοντα ειρήνης. Για τους Έλληνες επενδυτές, το περιβάλλον αυτό απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στην έκθεση σε κλάδους με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση και στενή παρακολούθηση των αποφάσεων τόσο των κεντρικών τραπεζών όσο και των ευρωπαϊκών οργάνων σε θέματα κυρώσεων και άμυνας.






