Η σερβική κυβέρνηση έχει οικοδομήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο ελέγχου των ΜΜΕ, μετατρέποντας την ενημέρωση σε εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης. Με τις κάλπες να πλησιάζουν, οι τελευταίες νησίδες ανεξάρτητης δημοσιογραφίας βρίσκονται υπό ασφυκτική πίεση.
Η Σερβία προσφέρει πλέον ένα εγχειρίδιο για το πώς μια εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί, βήμα προς βήμα, να μετατρέψει τον πλουραλισμό των ΜΜΕ σε καθεστωτικό μηχανισμό προπαγάνδας. Από το 2012, όταν το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) ανέλαβε την εξουσία, ο στόχος –σύμφωνα με αναλυτές– ήταν σαφής: να τεθεί «ολόκληρο το μιντιακό τοπίο υπό σφιχτό έλεγχο».
Κρατικοδίαιτα ΜΜΕ και εξαγορά της περιφέρειας
Η πρώτη φάση αφορούσε τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο. Στη Βοϊβοντίνα, ολόκληρη η διοίκηση και οι βασικοί δημοσιογραφικοί ρόλοι του περιφερειακού δημόσιου φορέα αντικαταστάθηκαν όταν το SNS κέρδισε την τοπική εξουσία. Παράλληλα, τοπικά και επαρχιακά μέσα εξαγοράστηκαν από πρόσωπα του κυβερνητικού κύκλου, όπως συγγενείς υπουργών και φιλικά προσκείμενους επιχειρηματίες.
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και αναλυτή Νέντιμ Σεϊντίνοβιτς, το αποτέλεσμα είναι ότι περίπου το 90% των μέσων συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το καθεστώς του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Η εξάρτηση αυτή εδράζεται κυρίως στη ροή δημόσιου χρήματος: προγράμματα «συγχρηματοδότησης» για υποτιθέμενο περιεχόμενο δημοσίου συμφέροντος, αλλά και κρατική διαφήμιση, κατευθύνονται δυσανάλογα σε φιλοκυβερνητικά μέσα. Αναλύσεις ανεξάρτητων φορέων εκτιμούν ότι πάνω από 120 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν την τελευταία δεκαετία μέσω τέτοιων σχημάτων, με τη μερίδα του λέοντος να πηγαίνει σε μέσα που στηρίζουν ανοικτά την κυβέρνηση.
Συμπληρωματικά, δημιουργείται κλίμα φόβου και στην ιδιωτική αγορά: μεγάλες εταιρείες αποφεύγουν να διαφημίζονται σε ανεξάρτητα μέσα, ώστε να μη συγκρουστούν με την πολιτική εξουσία. Έτσι, η οικονομική ασφυξία λειτουργεί ως σιωπηλό εργαλείο λογοκρισίας.
Η εξαφάνιση της δημοσιογραφίας μέσα στην προπαγάνδα
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ενημέρωση και προπαγάνδα σχεδόν εξαφανίζεται. Κριτικές φωνές παρουσιάζονται ως «προδότες», «ξένοι πράκτορες» ή «εχθροί του κράτους», ενώ τα σκάνδαλα καλύπτονται αποσπασματικά, με αφήγημα αποκλειστικά ευνοϊκό προς τους κυβερνώντες. Η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από την εικόνα του ίδιου του Βούτσιτς: οι ομιλίες του μεταδίδονται ζωντανά, διακόπτοντας τα προγράμματα, και τα κομματικά συλλαλητήρια προβάλλονται ταυτόχρονα από εθνικά, περιφερειακά και τοπικά κανάλια.
Η εκστρατεία του 2017 αποτέλεσε ορόσημο: σχεδόν όλες οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν με ολοσέλιδες διαφημίσεις υπέρ του τότε πρωθυπουργού Βούτσιτς στα πρωτοσέλιδα, μια κίνηση άνευ προηγουμένου στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας. Σήμερα, ενόψει νέας εκλογικής αναμέτρησης, το σύστημα μπαίνει σε ακόμη πιο επιθετική φάση: οι «απλώς πιστοί» αντικαθίστανται, όπως σημειώνει ο Σεϊντίνοβιτς, από «υπερ-πιστούς» που δεν αρκούνται στη θετική κάλυψη, αλλά επιδίδονται σε ωμή σπίλωση αντιπάλων και διάχυση χυδαίας ρητορικής διχασμού.
Έκρηξη νέων μέσων-βιτρινών και διεθνής υποβάθμιση
Η Ένωση Ανεξάρτητων Ηλεκτρονικών Μέσων (ANEM) καταγράφει μόνο από τις αρχές του 2026 την ίδρυση 78 νέων μέσων. Πολλά από αυτά λειτουργούν ως «φωτοτυπίες»: ανυπόγραφα κείμενα, σχεδόν πανομοιότυπα μεταξύ τους, που μοιάζουν περισσότερο με προκηρύξεις παρά με δημοσιογραφικό προϊόν και χρησιμοποιούνται για συντονισμένες επιθέσεις σε επικριτές της εξουσίας.
Η διεθνής εικόνα της χώρας αντανακλά αυτή την πραγματικότητα. Στον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, η Σερβία έχει κατρακυλήσει στην 104η θέση και κατατάσσεται πλέον στις χώρες με «δύσκολη κατάσταση» για την ελευθερία των ΜΜΕ. Η τάση είναι καθαρά αρνητική: αυξανόμενη πολιτική πίεση, περιορισμένος πλουραλισμός και επιδεινούμενες συνθήκες για ανεξάρτητη δημοσιογραφία.
Με τον Βούτσιτς να αναμένεται να προκηρύξει σύντομα βουλευτικές εκλογές, αναλυτές προειδοποιούν ότι το επόμενο μέτωπο θα είναι ο ψηφιακός χώρος, με πρακτικές που θυμίζουν άλλα αυταρχικά συστήματα. Όπως επισημαίνει ο Σεϊντίνοβιτς, «το πρόβλημα της ελευθερίας των ΜΜΕ στη Σερβία είναι πρωτίστως πολιτικό» και δύσκολα θα λυθεί χωρίς αλλαγή εξουσίας, καθώς η παρούσα κυβέρνηση είναι «εκ φύσεως αντίπαλος της επαγγελματικής δημοσιογραφίας».
Σχόλιο
: Η σερβική περίπτωση λειτουργεί ως προειδοποίηση και για τα Δυτικά Βαλκάνια και για την ΕΕ: ο εκφυλισμός της ενημέρωσης δεν γίνεται με ένα πραξικόπημα, αλλά με σταδιακή, συστηματική «κρατικοποίηση» της αγοράς των ΜΜΕ μέσω δημόσιου χρήματος, ρυθμιστικής ανοχής και πολιτικοοικονομικών εξαρτήσεων. Όπου η διαφήμιση και οι άδειες γίνονται εργαλείο πειθάρχησης, η δημοκρατία αργά ή γρήγορα ακολουθεί την κατιούσα.






