Το Gaza Peace Board ενεργοποιεί εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης σε περιοχές εκτός ελέγχου της Χαμάς. Η κίνηση δοκιμάζει τα όρια της εκεχειρίας και της αμερικανοϊσραηλινής συνεννόησης.
Μια λιγότερο ορατή, αλλά κρίσιμη μάχη για το μέλλον της Γάζας φαίνεται να εξελίσσεται παράλληλα με τις στρατιωτικές και διπλωματικές διεργασίες. Το Gaza Peace Board, ένας φορέας που επιχειρεί να χαράξει μεταπολεμική αρχιτεκτονική διακυβέρνησης, φέρεται να δρομολογεί την εφαρμογή σχεδίου για «νέο καθεστώς διοίκησης» σε τμήματα της Λωρίδας που δεν ελέγχονται πλέον από τη Χαμάς.
Τι είναι το Gaza Peace Board και τι αλλάζει τώρα
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσαν ο Μπαράκ Ράβιντ (Channel 12, Axios) και επιβεβαιώνουν πηγές με γνώση των διεργασιών, το Gaza Peace Board αποφάσισε να ενεργοποιήσει ένα «Σχέδιο Β» για τη Γάζα. Ο στόχος είναι να στηθεί σταδιακά μια νέα μορφή διοίκησης στις περιοχές όπου η Χαμάς έχει απολέσει τον ουσιαστικό έλεγχο, χωρίς να αναμένει την πλήρη εφαρμογή της εκεχειρίας σε όλο το έδαφος.
Η επιλογή της τμηματικής εφαρμογής συνιστά ρήξη με την παραδοσιακή λογική των συνολικών πολιτικών διευθετήσεων. Αντί για μια ενιαία συμφωνία που θα καλύπτει ολόκληρη τη Γάζα, δοκιμάζεται ένα μοντέλο «νησίδων διοίκησης», όπου η νέα τάξη πραγμάτων θα εγκαθίσταται εκεί όπου υπάρχουν οι πρακτικές προϋποθέσεις ασφαλείας και ελέγχου επί του εδάφους.
Η σύγκρουση γύρω από τον αφοπλισμό της Χαμάς
Καταλύτης για την αλλαγή πορείας ήταν η άρνηση της Χαμάς να παραδώσει το βαρύ οπλισμό της. Ο αφοπλισμός είχε τεθεί ως βασικός όρος στην εκεχειρία με το Ισραήλ, ωστόσο η οργάνωση φέρεται να επιμένει ότι δεν θα εγκαταλείψει τα όπλα της πριν δει απτά βήματα υλοποίησης των δεσμεύσεων του Ισραήλ στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Έτσι, ενώ τυπικά υπάρχει μια συμφωνημένη διαδικασία αποκλιμάκωσης, στην πράξη η εφαρμογή της σκοντάφτει σε ένα κλασικό αδιέξοδο ασφάλειας: ποιος κάνει το πρώτο βήμα, ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο και με ποια εγγύηση ότι ο αντίπαλος θα ακολουθήσει. Η απόφαση του Gaza Peace Board να κινηθεί μονομερώς σε περιοχές χωρίς Χαμάς επιχειρεί να παρακάμψει αυτό το αδιέξοδο, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί νέο πεδίο τριβών.
Η «20-σημεία» πρόταση Τραμπ και η αμερικανική γραμμή
Σε αυτό το πλαίσιο, το Board επέλεξε να βασιστεί στην 20-σημεία πρόταση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Γάζα, εφαρμόζοντάς την «όπου είναι δυνατό». Η πρόταση αυτή, που εντάσσεται στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια ανασχεδιασμού της μεταπολεμικής τάξης στη Μέση Ανατολή, λειτουργεί ως οδικός χάρτης για ζητήματα ασφάλειας, διοίκησης και οικονομικής ανασυγκρότησης.
Ωστόσο, όπως αναφέρουν πηγές, η Ουάσινγκτον έχει διαμηνύσει στο Ισραήλ ότι διαφωνεί με την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα βοηθήσει τις διαπραγματεύσεις. Η αμερικανική στάση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη του ισραηλινού δικαιώματος στην ασφάλεια και στην ανάγκη να δημιουργηθεί στοιχειώδες πολιτικό περιβάλλον για να σταθεί μια νέα διοίκηση, χωρίς να βυθιστεί η περιοχή σε διαρκή στρατιωτική διαχείριση.
Μεταβατική διοίκηση ή de facto κατακερματισμός της Γάζας;
Η επιλογή τμηματικής εφαρμογής του σχεδίου εγείρει ένα κρίσιμο θεσμικό ερώτημα: πρόκειται για προσωρινό μεταβατικό σχήμα ή για de facto γεωπολιτικό κατακερματισμό της Γάζας; Αν η νέα διοίκηση παγιωθεί μόνο σε συγκεκριμένες ζώνες, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί μια πραγματικότητα «πολλαπλών Γάζων» με διαφορετικά καθεστώτα ασφαλείας, οικονομικής πρόσβασης και πολιτικής εκπροσώπησης.
Για το Ισραήλ, η δημιουργία περιοχών όπου η Χαμάς δεν θα έχει λόγο μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία ασφαλείας. Για τους Παλαιστίνιους, όμως, η εικόνα μιας Γάζας μοιρασμένης σε ελεγχόμενες και ανεξέλεγκτες ζώνες ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει οποιαδήποτε προοπτική ενιαίας πολιτικής λύσης και να μετατρέψει τη μεταβατική διοίκηση σε μόνιμη εκκρεμότητα.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή
Σε περιφερειακό επίπεδο, η εξέλιξη αυτή δοκιμάζει και τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα αραβικά κράτη που επιδιώκουν σταδιακή ομαλοποίηση με το Ισραήλ. Ένα μοντέλο διοίκησης στη Γάζα που εκλαμβάνεται ως επιβεβλημένο «άνωθεν» και όχι ως προϊόν ευρύτερης παλαιστινιακής συναίνεσης μπορεί να δυσκολέψει τις κυβερνήσεις της περιοχής να το στηρίξουν ανοιχτά, ιδίως σε κοινωνίες με ισχυρή ευαισθησία στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Παράλληλα, η οικονομική διάσταση είναι καθοριστική: όποιος ελέγχει τη διοίκηση θα διαχειριστεί και τα μελλοντικά κεφάλαια ανοικοδόμησης, τις ροές ανθρωπιστικής βοήθειας και τις πιθανές επενδύσεις σε υποδομές. Αυτό δημιουργεί κίνητρο για πολιτικό ανταγωνισμό γύρω από το «ποιος νομιμοποιείται» να εκπροσωπεί τη Γάζα, καθώς και για εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων που επιδιώκουν επιρροή μέσω χρηματοδότησης.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και αγορά, η τμηματική εφαρμογή σχεδίου διοίκησης στη Γάζα σημαίνει ότι η περιοχή παραμένει σε καθεστώς αβεβαιότητας, άρα και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει υψηλός. Αυτό επηρεάζει έμμεσα το κόστος ασφάλισης θαλάσσιων μεταφορών, τον σχεδιασμό ενεργειακών διαδρόμων και την επενδυτική διάθεση για έργα υποδομής στην ευρύτερη περιοχή, όπου ελληνικές ναυτιλιακές και τεχνικές εταιρείες έχουν έντονο ενδιαφέρον. Μια σταθερή, διεθνώς αποδεκτή λύση στη Γάζα θα λειτουργούσε μακροπρόθεσμα ως παράγοντας μείωσης γεωπολιτικού κινδύνου για την Ελλάδα· αντίθετα, η δημιουργία «νησίδων διοίκησης» χωρίς σαφές τελικό θεσμικό πλαίσιο διατηρεί το ασφάλιστρο κινδύνου ψηλά, με επιπτώσεις σε κόστος χρηματοδότησης και ανταγωνιστικότητα.






