Χρηματοδοτικό κενό έως 4 δισ. ευρώ στο Ταμείο Ανάκαμψης απειλεί εγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια. Τράπεζες και Υπουργείο αναζητούν άμεσες λύσεις.
Σημαντικό χρηματοδοτικό κενό, που εκτιμάται έως και σε 4 δισ. ευρώ, ανακύπτει στη χρηματοδότηση επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), προκαλώντας έντονη ανησυχία στο τραπεζικό σύστημα και στις επιχειρήσεις. Η ζήτηση για δάνεια RRF έχει ξεπεράσει τους διαθέσιμους πόρους, αφήνοντας στον αέρα ώριμα έργα με ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Υπερβάλλουσα ζήτηση και περιορισμένοι πόροι
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, ο συνδυασμός υπερβάλλουσας ζήτησης και του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση –με βάση τα δεδομένα της περασμένης χρονιάς– έχει οδηγήσει σε ασφυξία. Τα διαθέσιμα κονδύλια δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των επενδυτικών σχεδίων που έχουν κατατεθεί και αξιολογηθεί θετικά.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επενδύσεις πράσινης μετάβασης, έργα αναβάθμισης στον ξενοδοχειακό κλάδο, καθώς και σχέδια μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πολλές εταιρείες έχουν ήδη δαπανήσει σημαντικά ποσά για τη σύνταξη φακέλων, μελέτες, συμβουλευτικές και ελεγκτικές υπηρεσίες, για να πληροφορηθούν τώρα ότι η «δεξαμενή» του RRF πιθανόν δεν επαρκεί για τη χρηματοδότησή τους.
Πιέσεις από την αγορά και αναζήτηση λύσεων
Οι τράπεζες βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία με το αρμόδιο Υπουργείο, πραγματοποιώντας διαδοχικές διμερείς συσκέψεις με στόχο την εξεύρεση λύσεων. Η πίεση από μεγάλες βιομηχανίες αλλά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι έντονη, καθώς τυχόν καθυστερήσεις ή αναπροσαρμογές στους όρους χρηματοδότησης μεταφράζονται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού και σε κίνδυνο αναβολής ή ακύρωσης επενδύσεων.
Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα καταστεί εφικτή είτε η ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων, είτε η επαναπροτεραιοποίηση των έργων, είτε η μεγαλύτερη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω του τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποφευχθεί ένα επενδυτικό «έμφραγμα» σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας.
Σχόλιο
: Το χρηματοδοτικό κενό στο RRF φωτίζει τα όρια ενός μοντέλου που στηρίζεται σε αυστηρά προκαθορισμένες ευρωπαϊκές εκταμιεύσεις, ενώ η πραγματική ζήτηση τρέχει ταχύτερα. Αν δεν υπάρξει άμεση προσαρμογή –είτε με ανακατανομή πόρων είτε με έξυπνη μόχλευση τραπεζικών κεφαλαίων– η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει ώριμες επενδύσεις σε πράσινη μετάβαση και τουρισμό, δηλαδή σε τομείς με υψηλό πολλαπλασιαστή για την οικονομία και την απασχόληση.






