Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης συνδέει την κεφαλαιακή ενίσχυση της ΔΕΗ με την ενεργειακή πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. Θέτει προ των ευθυνών του τον Αλέξη Τσίπρα για τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ και το μέλλον της αγοράς ενέργειας.
Σε ευθεία πολιτική αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης αξιοποιεί την ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ ως κεντρικό επιχείρημα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και της ενεργειακής αγοράς. Με ανάρτησή του, παρουσιάζει τη σημερινή εικόνα της επιχείρησης ως αντιπαράδειγμα στην κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, παρέλαβε το 2019.
Η ΔΕΗ από τα «πρόθυρα χρεοκοπίας» στην άντληση 4,25 δισ. ευρώ
Ο Κωστής Χατζηδάκης υπενθυμίζει ότι το καλοκαίρι του 2019, λίγο πριν αναλάβει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η ΔΕΗ βρισκόταν «στα πρόθυρα της χρεοκοπίας», με αξία κάτω από 300 εκατ. ευρώ στις Ευρωεκλογές. Σήμερα, όπως σημειώνει, η επιχείρηση ολοκλήρωσε «τη μεγαλύτερη διαδικασία άντλησης κεφαλαίων στην ιστορία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου», με προσφορές 18 δισ. ευρώ για άντληση 4,25 δισ. ευρώ και χρηματιστηριακή αξία 7,9 δισ. ευρώ πριν ακόμη ενσωματωθεί η νέα αύξηση.
Το κρίσιμο πολιτικό επιχείρημα που προβάλλει είναι η μεταβολή της θέσης του Δημοσίου: από 51% το 2019 σε 35% σήμερα. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η αξία αυτού του 35% είναι «18 φορές μεγαλύτερη» από την αξία του τότε 51%, επιχειρώντας να απαντήσει στην κριτική για μείωση της κρατικής συμμετοχής. Η ανάγνωση που προωθεί η κυβέρνηση είναι ότι η ενίσχυση της αξίας της επιχείρησης αντισταθμίζει την απώλεια ποσοστού ελέγχου.
ΝΟΜΕ, ΣΥΡΙΖΑ και η κατηγορία για «ρεύμα κάτω του κόστους»
Στο επίκεντρο της κριτικής του Χατζηδάκη προς τον ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται οι δημοπρασίες ΝΟΜΕ, οι οποίες παρουσιάζονται ως καταλυτικός παράγοντας αποδυνάμωσης της ΔΕΗ. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υποστηρίζει ότι η επιχείρηση «είχε υποχρεωθεί από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω των περιβόητων δημοπρασιών ΝΟΜΕ, να πουλάει ρεύμα κάτω του κόστους στους ανταγωνιστές της».
Με αυτό τον τρόπο, επιχειρεί να συνδέσει την πολιτική επιλογή για άνοιγμα της αγοράς με την οικονομική ασφυξία της δημόσιας επιχείρησης. Το ερώτημα που θέτει προς τον Αλέξη Τσίπρα είναι αν θα αναγνωρίσει δημόσια τη σημερινή κεφαλαιακή επιτυχία της ΔΕΗ, υπονοώντας ότι η σιωπή ή η κριτική της αντιπολίτευσης δεν συμβαδίζουν με τα δεδομένα που εμφανίζονται στην αγορά.
Επενδυτές, κεφάλαια και το αφήγημα της «ελληνικής προοπτικής»
Ο Κωστής Χατζηδάκης αξιοποιεί τα 18 δισ. ευρώ προσφορών ως πολιτικό επιχείρημα για την αξιοπιστία της χώρας. Θέτει το ρητορικό ερώτημα αν «θα έβαζαν κορυφαία επενδυτικά funds 18 δισ. ευρώ προσφορές σε μια ελληνική επιχείρηση» εάν πίστευαν ότι η οικονομία είναι «χωρίς προοπτική» και η εταιρεία «χωρίς μέλλον».
Στο ίδιο πλαίσιο, παρουσιάζει τη ΔΕΗ ως «εθνικό και περιφερειακό ενεργειακό πρωταθλητή» που διεκδικεί ρόλο στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η κυβερνητική γραμμή είναι σαφής: η ενίσχυση της ΔΕΗ και η προσέλκυση επενδυτών προβάλλονται ως δείκτες αναβάθμισης της χώρας, απέναντι στην εικόνα «χρεοκοπημένης ΔΕΗ» που αποδίδεται στην περίοδο ΣΥΡΙΖΑ.
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και ενεργειακός χάρτης της Ελλάδας
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επεκτείνει την επιχειρηματολογία πέρα από τη ΔΕΗ, παρουσιάζοντας μια συνολική εικόνα για την αγορά ενέργειας. Επικαλείται στοιχεία που, όπως αναφέρει, παρουσίασε ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος, σύμφωνα με τα οποία από το 2019 έως το 2025 η Ελλάδα αύξησε τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας σε τέτοιο βαθμό ώστε, με βάση το μέγεθός της, να είναι 3η στον κόσμο στα φωτοβολταϊκά και 9η στα αιολικά.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η χώρα, από «καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας» επί ΣΥΡΙΖΑ, με εισαγωγές στο 18% των αναγκών, έχει εξελιχθεί από το 2024 σε «καθαρό εξαγωγέα» και το 2026 είναι, όπως λέει, ο 4ος μεγαλύτερος εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Η αναφορά αυτή συνδέει την ενεργειακή πολιτική με το εμπορικό ισοζύγιο και το συνολικό όφελος για την εθνική οικονομία.
Οι τιμές ρεύματος και η σύγκριση ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Δημοκρατίας
Απαντώντας στο ερώτημα «τι σημαίνουν όλα αυτά για τον λαό», ο Κωστής Χατζηδάκης μεταφέρει τη συζήτηση στις τιμές της ενέργειας. Υποστηρίζει ότι στην αγορά χονδρικής η Ελλάδα είχε «την ακριβότερη τιμή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση» επί ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σήμερα έχει «την 7η φθηνότερη». Στη λιανική, αναφέρει ότι επί ΣΥΡΙΖΑ οι τιμές ήταν 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ επί Νέας Δημοκρατίας είναι 20% κάτω, με τη χώρα να καταγράφει το β’ εξάμηνο του 2025 «την 10η φθηνότερη τιμή ρεύματος» στην ΕΕ.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, «προσπαθώντας όπως όπως να συγκρατήσει τις τιμές», οδήγησε τη ΔΕΗ στα όρια της χρεοκοπίας. Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία, όπως λέει, συγκρατεί τις τιμές «περισσότερο από τον ΣΥΡΙΖΑ», αφήνοντας ταυτόχρονα περιθώρια για επενδύσεις και εκσυγχρονισμό στην αγορά ενέργειας.
Επενδύσεις, ΑΠΕ και το δίπολο «λαϊκισμός ή σύγχρονη πολιτική»
Ο Κωστής Χατζηδάκης παρουσιάζει την κυβερνητική στρατηγική ως πολιτική «προώθησης των επενδύσεων στα δίκτυα και στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας», με στόχο μια αγορά που εκσυγχρονίζεται και δημιουργεί «σταθερό κέρδος στις τσέπες τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών». Στο επιχείρημα αυτό εντάσσει και την ανάπτυξη υποδομών όπως η αποθήκευση ενέργειας και τα data centers, που συνδέονται με τον νέο ρόλο της ΔΕΗ.
Στο πολιτικό επίπεδο, διαμορφώνει ένα καθαρό δίπολο: «Από τη μια πλευρά ο λαϊκισμός, αλλά και η εξυπηρέτηση τελικά συμφερόντων ανταγωνιστικών προς τη δημόσια ΔΕΗ και από την άλλη μια σύγχρονη πολιτική» που, κατά την άποψή του, «υπηρετεί τόσο τη ΔΕΗ όσο και τους καταναλωτές». Η αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται σε τεχνικά στοιχεία, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της ιδεολογικής σύγκρουσης για τον ρόλο του Δημοσίου και της αγοράς στην ενέργεια.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, η σύγκρουση γύρω από τη ΔΕΗ δεν είναι αφηρημένη λογιστική άσκηση, αλλά αφορά άμεσα τον λογαριασμό ρεύματος, τη σταθερότητα του συστήματος και τον ρόλο του Δημοσίου σε μια στρατηγική υποδομή. Η κυβερνητική πλευρά επενδύει στο αφήγημα ότι η οικονομική θωράκιση και ο εκσυγχρονισμός της ΔΕΗ, ακόμη και με μικρότερο ποσοστό κρατικής συμμετοχής, διασφαλίζουν χαμηλότερες τιμές και επενδύσεις σε ΑΠΕ, μεσοπρόθεσμα οφέλη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Από την άλλη, η κριτική της αντιπολίτευσης για ιδιωτικοποίηση και απώλεια ελέγχου πάνω σε έναν κρίσιμο πυλώνα της οικονομίας παραμένει ανοιχτή, ιδίως σε μια περίοδο που η ενεργειακή ασφάλεια και οι διεθνείς τιμές ενέργειας είναι ασταθείς. Η πολιτική σκηνή θα κριθεί στο αν οι πολίτες πειστούν ότι τα σημερινά επενδυτικά νούμερα μεταφράζονται σε διαρκή ελάφρυνση και προβλεψιμότητα στους λογαριασμούς ή αν θα ενισχυθεί η ανησυχία για το κατά πόσο το Δημόσιο θα μπορεί να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε μελλοντικές κρίσεις.






