Η ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ περνά από την περίοδο πληθωριστικής έκρηξης σε φάση πιο ήπιας ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, η συγκέντρωση εντείνεται, με λίγους μεγάλους ομίλους να ελέγχουν την πλειονότητα του τζίρου.
Τα Βασικά:
• Η ανάπτυξη των σούπερ μάρκετ επιβραδύνεται γύρω στο 3% ετησίως μετά το ράλι τιμών 2022-2023
• Πέντε μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν περίπου το 71% της αγοράς σούπερ μάρκετ και cash & carry
• Τα έσοδα αυξάνονται αλλά τα περιθώρια κέρδους πιέζονται, με πτώση στα EBITDA το 2024
Η εγχώρια αγορά οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων μπαίνει σε νέα φάση: οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της περιόδου πληθωριστικού σοκ δίνουν τη θέση τους σε πιο ώριμη, συγκεντρωμένη αγορά. Οι μεγάλοι όμιλοι διατηρούν την ανοδική πορεία των πωλήσεων, αλλά με σαφώς χαμηλότερες ταχύτητες και με αισθητή συμπίεση στα περιθώρια κερδοφορίας.
Πώς αλλάζει η εικόνα της αγοράς μετά το πληθωριστικό ράλι;
Την διετία 2022-2023 ο κλάδος στήριξε την ισχυρή αύξηση τζίρου κυρίως στις ανατιμήσεις, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου κοντά στο 7,7%. Η μετατόπιση σε περιβάλλον ηπιότερου πληθωρισμού και πιο προσεκτικής κατανάλωσης ρίχνει τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 3% για το 2024-2025, σηματοδοτώντας επιστροφή σε πιο «κανονικούς» ρυθμούς.
Παρά την επιβράδυνση, οι μεγάλες αλυσίδες εξακολουθούν να κερδίζουν έδαφος μέσω εξαγορών, απορροφήσεων και δικτύων franchise. Η Σκλαβενίτης, η ΑΒ Βασιλόπουλος, η Metro (My Market), η Μασούτης και η Lidl διαμορφώνουν τον σκληρό πυρήνα της αγοράς, με τις τέσσερις πρώτες να εμφανίζουν κύκλο εργασιών άνω των 9,3 δισ. € συνολικά το 2024.
Ποιοι κερδίζουν μερίδια και πού εντοπίζονται οι πιέσεις στα κέρδη;
Η συγκέντρωση είναι πλέον δομικό χαρακτηριστικό: οι πέντε μεγαλύτεροι παίκτες ελέγχουν περίπου το 71% της αγοράς σούπερ μάρκετ και cash & carry. Η Αττική απορροφά σχεδόν το 40% των πωλήσεων των μεγάλων επιχειρήσεων, με την Κεντρική Μακεδονία να ακολουθεί στο 16% και την Πελοπόννησο στο 7%, αποτυπώνοντας τον αστικό χαρακτήρα της ζήτησης.
Ωστόσο, η αύξηση πωλήσεων δεν μεταφράζεται αυτόματα σε υψηλότερα κέρδη. Σε δείγμα 55 επιχειρήσεων, οι πωλήσεις το 2024 αυξήθηκαν κατά 4,3% και τα μικτά κέρδη κατά 5,1%, αλλά τα EBITDA υποχώρησαν κατά 5,2% στα 748,5 εκατ. €, με περιθώριο EBITDA μόλις 4,3% και καθαρό περιθώριο γύρω στο 2,3%.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η εντεινόμενη συγκέντρωση ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των μεγάλων αλυσίδων έναντι προμηθευτών, αλλά περιορίζει τον χώρο για μικρότερες επιχειρήσεις και τοπικά δίκτυα. Για τα νοικοκυριά, η επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης πωλήσεων υποδηλώνει σταδιακή προσαρμογή σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα κατανάλωσης, με έμφαση στις προσφορές, τις ιδιωτικές ετικέτες και τον αυστηρό έλεγχο του καλαθιού.
Σχόλιο
: Η ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ περνά από την περίοδο της πληθωριστικής διόγκωσης τζίρου σε φάση επιχειρησιακής πειθαρχίας, όπου η κερδοφορία θα κριθεί από την αποδοτικότητα, την τεχνολογική επένδυση και τη διαχείριση κόστους, όχι από τις ανατιμήσεις. Για τους προμηθευτές και τις μικρότερες αλυσίδες, η επόμενη τριετία θα είναι περίοδος αναγκαστικής αναδιάρθρωσης, ενώ για τους καταναλωτές το διακύβευμα είναι αν ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων ομίλων θα μεταφραστεί σε σταθερότερες τιμές και καλύτερη αξία.
Διαβάστε επίσης:
Κρήτη και νησιά ανεβάζουν ταχύτητα στον τζίρο των σούπερ μάρκετ
Η Σκλαβενίτης στοχεύει τη Μύκονο και τον χάρτη του τουριστικού λιανεμπορίου






