Η αγωγή μετόχων Uber στοχεύει τη διοίκηση της εταιρείας για σοβαρές παραλείψεις σε συμμόρφωση και ασφάλεια. Το ζήτημα ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την ευθύνη των πλατφορμών διαμοιρασμού μετακινήσεων απέναντι σε επιβάτες και επενδυτές.
Η αγωγή μετόχων Uber κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Καλιφόρνια και κατηγορεί τη διοίκηση ότι προέταξε τα κέρδη έναντι της ασφάλειας και της συμμόρφωσης. Επικεφαλής των εναγόντων είναι συνταξιοδοτικό ταμείο του Ντιτρόιτ, το οποίο υποστηρίζει ότι η κουλτούρα της εταιρείας οδήγησε σε χιλιάδες αγωγές για σεξουαλικές επιθέσεις και παρενοχλήσεις από οδηγούς.
Πού εστιάζει η αγωγή μετόχων Uber και ποιοι στοχοποιούνται;
Η αγωγή περιγράφει την Uber ως «σειριακό παραβάτη συμμόρφωσης» που συνειδητά παρακάμπτει κανόνες και εσωτερικούς ελέγχους. Στο στόχαστρο τίθενται τόσο ο διευθύνων σύμβουλος Ντάρα Κοσροσαχί όσο και μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα οποία φέρονται να αγνόησαν επανειλημμένες προειδοποιήσεις για κενά ασφάλειας και συμμόρφωσης.
Οι μέτοχοι ζητούν από τα κορυφαία στελέχη να αποζημιώσουν προσωπικά την εταιρεία για τη ζημία που προκλήθηκε, να επιστρέψουν μέρος των αμοιβών τους και να υιοθετηθούν αυστηρότερα συστήματα εποπτείας. Στην αγωγή γίνεται ρητή αναφορά σε θύματα σεξουαλικών επιθέσεων και παρενοχλήσεων, πελάτες με αναπηρίες, αλλά και καταναλωτές που γράφτηκαν στην υπηρεσία συνδρομής Uber One χωρίς πλήρη ενημέρωση.
Πώς απαντά η Uber και τι δείχνει η ευρύτερη τάση στην αγορά;
Η Uber απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η αγωγή βασίζεται σε «παραπλανητικές και ψευδείς αφηγήσεις» από άλλες, κατά την εταιρεία, αβάσιμες δικαστικές υποθέσεις. Η εταιρεία επιμένει ότι έχει ήδη αντιμετωπίσει δημόσια και δικαστικά πολλές από τις αναφορές που επικαλούνται οι ενάγοντες, αφήνοντας να εννοηθεί πως πρόκειται για επανάληψη επιχειρημάτων που έχουν κριθεί.
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο: παράγωγες αγωγές μετόχων, όπου οι επενδυτές στρέφονται κατά των διοικήσεων στο όνομα της ίδιας της εταιρείας, έχουν κατατεθεί το τελευταίο διάστημα και εναντίον άλλων μεγάλων τεχνολογικών ομίλων. Περιπτώσεις όπως αυτές σε Adobe, Apple και Intel δείχνουν ότι οι μέτοχοι χρησιμοποιούν ολοένα και πιο επιθετικά τα νομικά εργαλεία για να επιβάλουν καλύτερη εταιρική διακυβέρνηση.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τον κλάδο
Για την ελληνική αγορά, όπου οι πλατφόρμες διαμοιρασμού μετακινήσεων λειτουργούν σε αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, η υπόθεση λειτουργεί ως προειδοποίηση για το πώς η παραμέληση θεμάτων ασφάλειας μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό νομικό και επενδυτικό ρίσκο. Οι εγχώριες εταιρείες τεχνολογίας και mobility, αλλά και οι επενδυτές τους, καλούνται να δώσουν έμφαση σε δομές συμμόρφωσης, προστασίας προσωπικών δεδομένων και μηδενικής ανοχής σε περιστατικά παρενόχλησης.
Παράλληλα, η αυξανόμενη διάθεση των θεσμικών επενδυτών να κινηθούν δικαστικά κατά διοικήσεων, ακόμη και σε μεγάλους διεθνείς ομίλους, μπορεί να ενισχύσει και στην Ελλάδα τη συζήτηση για πιο ενεργητική εταιρική διακυβέρνηση. Για τις ελληνικές startups, ειδικά όσες δραστηριοποιούνται σε ευαίσθητους τομείς όπως μεταφορές, υγεία ή fintech, η υιοθέτηση υψηλών προτύπων συμμόρφωσης δεν είναι πλέον απλώς κόστος, αλλά επενδυτική προϋπόθεση.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει ότι η εποχή της «ανάπτυξης με κάθε κόστος» για τις μεγάλες πλατφόρμες τεχνολογίας τελειώνει, καθώς οι μέτοχοι αρχίζουν να τιμολογούν ακριβά τα ρίσκα φήμης και συμμόρφωσης. Όποια διοίκηση υποτιμά την εταιρική ευθύνη, αργά ή γρήγορα θα κληθεί να λογοδοτήσει όχι μόνο σε ρυθμιστικές αρχές και κοινωνία, αλλά και στους ίδιους τους επενδυτές της.






