Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν ανακοίνωσε ότι θα συναντήσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν μετά τις εκλογές της 7ης Ιουνίου. Η κίνηση έρχεται σε φάση έντονης δοκιμασίας των σχέσεων Μόσχας–Ερεβάν λόγω της στροφής της Αρμενίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν αξιοποιεί την προεκλογική περίοδο για να στείλει μήνυμα τόσο στο εσωτερικό όσο και στη Μόσχα: η επικοινωνία με τη Ρωσία δεν διακόπτεται, ακόμη και αν η χώρα επαναπροσδιορίζει τη στρατηγική της πορεία. Μιλώντας σε προεκλογική περιοδεία στην επαρχία Γκεγαρκουνίκ, αποκάλυψε ότι σχεδιάζει επίσκεψη στη Μόσχα και συνάντηση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου.
Τι είπε ο Πασινιάν για την επόμενη μέρα των εκλογών;
Ο Πασινιάν ανέφερε ότι στις 1 Ιουνίου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο, την οποία χαρακτήρισε «πρακτική». Όπως είπε, «συμφωνήσαμε ότι μετά τις εκλογές θα επισκεφθώ ξανά και θα συναντηθούμε και θα επιλύσουμε όλα τα τρέχοντα ζητήματα». Με αυτή τη διατύπωση επιχειρεί να δείξει ότι, παρά τις εντάσεις, υπάρχει ακόμη θεσμικό κανάλι διαλόγου με το Κρεμλίνο.
Η αναφορά σε «τρέχοντα ζητήματα» αφήνει να εννοηθεί ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: από την ασφάλεια και την οικονομία μέχρι το ενεργειακό πλαίσιο και τις περιφερειακές ισορροπίες. Ωστόσο, ο Πασινιάν αποφεύγει τις λεπτομέρειες, επιλέγοντας να κρατήσει τον πολιτικό έλεγχο της ατζέντας έως ότου ξεκαθαρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ρωσοαρμενικές σχέσεις σε δοκιμασία
Οι σχέσεις Ρωσίας–Αρμενίας έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, καθώς το Ερεβάν εμφανίζεται να στρέφεται πιο κοντά προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πιο ηχηρή κίνηση ήταν το «πάγωμα» της συμμετοχής της Αρμενίας στον Οργανισμό Συλλογικής Συνθήκης Ασφαλείας (CSTO), τον βασικό περιφερειακό μηχανισμό ασφάλειας υπό ρωσική ηγεσία.
Η απόφαση αυτή σηματοδότησε ότι η Αρμενία δεν θεωρεί πλέον αυτονόητη την παραδοσιακή της εξάρτηση από τη ρωσική ομπρέλα ασφαλείας. Η κίνηση ήρθε μετά από χρόνια εντάσεων και απογοητεύσεων, με το Ερεβάν να αμφισβητεί στην πράξη το κατά πόσο ο CSTO ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας σε ένα ασταθές περιφερειακό περιβάλλον.
Προειδοποιήσεις Πούτιν για εμπόριο και ενέργεια
Η Μόσχα αντέδρασε με σαφές μήνυμα. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν προειδοποίησε ότι, εάν η Αρμενία προχωρήσει σε ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κινδυνεύει να χάσει τα εμπορικά και ενεργειακά προνόμια που απολαμβάνει σήμερα από τη Ρωσία. Η προειδοποίηση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση του βαθμού οικονομικής και ενεργειακής διασύνδεσης των δύο χωρών.
Η Ρωσία χρησιμοποιεί συχνά τα εργαλεία εμπορίου και ενέργειας ως μοχλό επιρροής στον μετασοβιετικό χώρο. Για την Αρμενία, μια ενδεχόμενη αναθεώρηση των όρων αυτών θα είχε άμεσο αντίκτυπο στην εσωτερική οικονομική σταθερότητα, ειδικά σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση Πασινιάν επιδιώκει να εμφανιστεί ως αξιόπιστος διαχειριστής σε συνθήκες γεωπολιτικής μετάβασης.
Γιατί η συνάντηση μετά τις εκλογές έχει βαρύτητα;
Το χρονοδιάγραμμα που επέλεξε ο Πασινιάν δεν είναι τυχαίο. Μεταθέτοντας τη συνάντηση με τον Πούτιν για μετά τις εκλογές, αποφεύγει να εμφανιστεί ως ηγέτης που αναζητά προεκλογική «νομιμοποίηση» από τη Μόσχα. Παράλληλα, στέλνει μήνυμα στους ψηφοφόρους ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν θα καθοριστεί υπό την πίεση της προεκλογικής συγκυρίας.
Για τη Ρωσία, η συνάντηση θα είναι μια ευκαιρία να επαναξιολογήσει τη σχέση με έναν εταίρο που αμφισβητεί πλέον ανοιχτά την παραδοσιακή δομή ασφαλείας στην περιοχή. Για την Αρμενία, θα είναι δοκιμασία ισορροπίας ανάμεσα στην επιθυμία για στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ανάγκη να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με έναν κρίσιμο προμηθευτή ενέργειας και εμπορικό εταίρο.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων Ρωσίας–Αρμενίας εντάσσεται στο ευρύτερο παζλ των ισορροπιών στον Νότιο Καύκασο, μια περιοχή που επηρεάζει έμμεσα τις ενεργειακές ροές και τις διαδρομές μεταφοράς προς την Ευρώπη. Η Αθήνα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρακολουθεί στενά τις κινήσεις χωρών που εξετάζουν σύσφιξη δεσμών με τις Βρυξέλλες, καθώς αυτές διαμορφώνουν το συνολικό γεωπολιτικό περιβάλλον στο οποίο διαμορφώνεται και η ευρωπαϊκή ενεργειακή και εξωτερική πολιτική.






