Λιγότερο από έναν χρόνο πριν τις προεδρικές εκλογές, η Γαλλία εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο με εξαιρετικά ρευστό πολιτικό σκηνικό. Ο κατακερματισμός του κέντρου και της κεντροαριστεράς ενισχύει τον κίνδυνο θεσμικής ανατροπής υπέρ της άκρας δεξιάς.
Η Γαλλία οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027 με ένα πολιτικό τοπίο όπου η άκρα δεξιά εμφανίζεται ως η μόνη δύναμη με σαφή στρατηγική και ενιαία ηγεσία. Με την απόφαση του δικαστηρίου για την έφεση της Μαρίν Λεπέν να κρίνει αν υποψήφιος θα είναι η ίδια ή ο 30χρονος Ζορντάν Μπαρντελά, το Εθνικό Συναγερμό διαθέτει ήδη προβάδισμα οργάνωσης και εικόνας. Αντίθετα, ο χώρος από το κέντρο μέχρι την ριζοσπαστική αριστερά καταγράφει πληθώρα πιθανών υποψηφίων, χωρίς συμφωνημένο μηχανισμό επιλογής, σε μια συγκυρία όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Κατακερματισμός, εκλογικό σύστημα και ευρωπαϊκό διακύβευμα
Οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις κάνουν λόγο για έως και 35 πιθανούς υποψηφίους, με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν να επιδιώκει τέταρτη υποψηφιότητα από τα αριστερά και τους πρώην πρωθυπουργούς Γκαμπριέλ Ατάλ και Εντουάρ Φιλίπ να διεκδικούν τον χώρο του κέντρου μετά τον Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ολοκληρώνει δεύτερη θητεία με ποσοστά δυσαρέσκειας άνω του 75%. Το πλειοψηφικό, διπλού γύρου, προεδρικό σύστημα της Γαλλίας ευνοεί την πόλωση γύρω από δύο πρόσωπα. Όταν όμως η πρώτη αναμέτρηση διασπάται σε πολλές υποψηφιότητες του «δημοκρατικού τόξου», αυξάνεται θεαματικά η πιθανότητα η άκρα δεξιά να βρεθεί αντιμέτωπη όχι με έναν ευρύτερα αποδεκτό κεντρώο υποψήφιο, αλλά με μια ιδιαίτερα διχαστική φιγούρα, όπως ο Μελανσόν, καθιστώντας δυσκολότερη τη συγκρότηση «δημοκρατικού μετώπου» στον δεύτερο γύρο.
Η προοπτική εκλογής μιας ευρωσκεπτικιστικής, εθνικιστικής προεδρίας στη Γαλλία θα είχε άμεσες συνέπειες για την ΕΕ. Η Γαλλία, μαζί με τη Γερμανία, αποτελεί πυλώνα της ενοποίησης και βασικό συνομιλητή σε ζητήματα από τον προϋπολογισμό της Ένωσης μέχρι τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας. Μια προεδρία Λεπέν ή Μπαρντελά θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να ανατρέψει πρωτοβουλίες εμβάθυνσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, να σκληρύνει τη στάση στο μεταναστευτικό και να αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από την κοινή εξωτερική πολιτική και την ευρωπαϊκή άμυνα.
Κίνδυνοι για αγορές, θεσμούς και επενδυτικό κλίμα
Για τις ευρωπαϊκές αγορές, το γαλλικό ρίσκο δεν είναι απλώς πολιτικό, αλλά και χρηματοοικονομικό. Η πιθανότητα σύγκρουσης μιας μελλοντικής γαλλικής προεδρίας της άκρας δεξιάς με τις Βρυξέλλες σε θέματα δημοσιονομικής πειθαρχίας και ευρωπαϊκού δικαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των spreads των γαλλικών ομολόγων, με δευτερογενείς επιπτώσεις στο κόστος δανεισμού της περιφέρειας. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση της Γαλλίας σε ζητήματα ενιαίας αγοράς, πράσινης μετάβασης και βιομηχανικής πολιτικής θα επηρέαζε τις αποφάσεις πολυεθνικών ομίλων για επενδύσεις και παραγωγική εγκατάσταση στην ευρωζώνη.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η γαλλική προεδρική αναμέτρηση αποτελεί κρίσιμο εξωτερικό παράγοντα. Μια Γαλλία λιγότερο δεσμευμένη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση θα περιόριζε τα περιθώρια για πιο φιλόδοξες κοινές πρωτοβουλίες, από την τραπεζική ένωση μέχρι νέα εργαλεία στήριξης επενδύσεων. Αυτό θα επηρέαζε έμμεσα το επενδυτικό κλίμα για τα ελληνικά ομόλογα και τις τράπεζες, αλλά και τις προοπτικές χρηματοδότησης μεγάλων έργων μέσω ευρωπαϊκών πόρων. Η Αθήνα έχει συμφέρον να διατηρηθεί ένας ισχυρός γαλλογερμανικός άξονας, ικανός να στηρίξει σταθερούς κανόνες και προβλέψιμο πλαίσιο για την ευρωζώνη.






