Ο νέος δασμός στα διαμάντια που επιβάλλει η Ρωσία από 1η Σεπτεμβρίου ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο στην ήδη κατακερματισμένη παγκόσμια αγορά πολύτιμων λίθων. Η κίνηση έχει σαφή δημοσιονομική στόχευση, αλλά λειτουργεί και ως εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης προς τη Δύση.
Ο νέος δασμός στα διαμάντια έρχεται να προστεθεί στο οπλοστάσιο μέτρων που χρησιμοποιεί η Μόσχα για να ενισχύσει τα έσοδα και να αναδιατάξει τις εμπορικές ροές υπό το βάρος των δυτικών κυρώσεων. Η απόφαση αφορά τόσο τα ειδικού μεγέθους διαμάντια άνω των 10,8 καρατίων όσο και τα ακατέργαστα διαμάντια από 0,45 έως 10,8 καράτια που εξάγονται εκτός της τελωνειακής επικράτειας της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης.
Πώς αλλάζει η ρωσική στρατηγική με τον δασμό στα διαμάντια;
Η επιβολή δασμού 8% στα διαμάντια λειτουργεί διπλά: αυξάνει άμεσα τα δημοσιονομικά έσοδα και ταυτόχρονα ανεβάζει το διαπραγματευτικό κόστος για τους αγοραστές που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με τη Ρωσία. Σε ένα περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές αγορές της Ευρώπης περιορίζουν τις εισαγωγές ρωσικών διαμαντιών, η Μόσχα δείχνει να στοχεύει περισσότερο σε αγοραστές στην Ασία και τη Μέση Ανατολή, οι οποίοι αποδέχονται υψηλότερο ρίσκο προμήθειας.
Για τους ενδιάμεσους εμπόρους και τα κέντρα κοπής, ο δασμός 8% συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και ενθαρρύνει πιο σύνθετες δομές συναλλαγών, με χρήση τρίτων χωρών και παράλληλων καναλιών. Αυτό αυξάνει τη σημασία της ιχνηλασιμότητας και των συστημάτων πιστοποίησης προέλευσης, καθώς οι δυτικές αγορές προσπαθούν να διαχωρίσουν τα ρωσικά διαμάντια από τις υπόλοιπες ροές.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις για τις διεθνείς αγορές πολύτιμων λίθων;
Η Ρωσία, μέσω της Alrosa, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ακατέργαστων διαμαντιών παγκοσμίως, άρα κάθε μεταβολή στο καθεστώς εξαγωγών της επηρεάζει την ισορροπία προσφοράς και τιμών. Ο νέος δασμός μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κόστος για τους τελικούς καταναλωτές σε κοσμήματα υψηλής αξίας, ειδικά σε αγορές που εξακολουθούν να δέχονται ρωσικό υλικό.
Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος εναλλακτικών προμηθευτών από την Αφρική και τον Καναδά, αλλά και η στροφή προς συνθετικά διαμάντια, τα οποία προσφέρουν σταθερότερη τιμολόγηση και μικρότερο γεωπολιτικό ρίσκο. Για τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές, η αυξημένη πολυπλοκότητα στην αλυσίδα αξίας των διαμαντιών τροφοδοτεί τη συζήτηση για αυστηρότερα πρότυπα ESG και διαφάνειας στην προέλευση πρώτων υλών.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, η άμεση έκθεση στον πρωτογενή κλάδο διαμαντιών είναι περιορισμένη, ωστόσο η απόφαση της Ρωσίας επηρεάζει έμμεσα τον κλάδο κοσμημάτων και ρολογιών, ιδιαίτερα σε τουριστικούς προορισμούς υψηλής δαπάνης. Πιθανές αυξήσεις τιμών σε πρώτες ύλες και τελικά προϊόντα μπορούν να συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους των ελληνικών επιχειρήσεων που στοχεύουν σε διεθνή πελατεία.
Σε επίπεδο μακροοικονομίας, η κίνηση της Μόσχας επιβεβαιώνει τη γενικότερη τάση χρήσης των πρώτων υλών ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής, κάτι που η Ελλάδα οφείλει να συνυπολογίζει στη στρατηγική της για κρίσιμες εισαγωγές και για τη ναυτιλία που μεταφέρει τέτοια φορτία. Η ενίσχυση της συμμόρφωσης με τα καθεστώτα κυρώσεων και της δέουσας επιμέλειας στις χρηματοροές παραμένει κρίσιμη για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τις επιχειρήσεις εξωτερικού εμπορίου.
Σχόλιο
: Η επιβολή δασμού 8% στα ρωσικά διαμάντια είναι ακόμη ένας κρίκος στην αλυσίδα γεωοικονομικού κατακερματισμού, που αυξάνει το κόστος και την πολυπλοκότητα για τις επιχειρήσεις και ενισχύει τη σημασία της θεσμικής θωράκισης και της διαφοροποίησης προμηθειών για την ελληνική αγορά.
Διαβάστε επίσης:
ΕΕ: Ο Κόστα προειδοποιεί για απουσία ρωσικών σημάτων διαλόγου
ΕΕ: Φον ντερ Λάιεν προωθεί εντολή διαπραγματεύσεων με Ρωσία






