Το δίκτυο φυσικού αερίου επεκτείνεται σε Πάτρα, Ιωάννινα και ακόμη πέντε πόλεις έως το 2027, με επενδυτικό ορίζοντα που φτάνει μέχρι το 2032. Η κίνηση αναβαθμίζει ενεργειακά τη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο, στηριζόμενη σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου μικρής κλίμακας.
Το δίκτυο φυσικού αερίου επεκτείνεται σε Πάτρα, Ιωάννινα, Αγρίνιο, Πύργο, Πρέβεζα, Άρτα και Ηγουμενίτσα έως τον Μάρτιο του 2027, με αιχμή τις υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου μικρής κλίμακας. Το πρόγραμμα εντάσσεται σε επενδυτικό σχέδιο περίπου 1 δισ. € μέχρι το 2032 για την ανάπτυξη 2.700 χιλιομέτρων νέων δικτύων διανομής.
Πώς αλλάζει ο ενεργειακός χάρτης με το νέο δίκτυο φυσικού αερίου;
Η Πάτρα βρίσκεται πιο μπροστά στην καμπύλη, με σχεδόν ολοκληρωμένο δίκτυο μέσης πίεσης και σε εξέλιξη τις συνδέσεις χαμηλής πίεσης στον αστικό ιστό και στη βιομηχανική περιοχή. Η τροφοδοσία θα γίνεται από δύο σταθμούς LNG, με τον πρώτο ήδη σε λειτουργία για βιομηχανικούς πελάτες και τον δεύτερο εν αναμονή της τελικής αδειοδότησης για την ευρύτερη πόλη.
Στο Αγρίνιο και τον Πύργο τα έργα προχωρούν με διαφορετική ταχύτητα, αλλά με σαφή στόχο πλήρους ολοκλήρωσης έως τα μέσα του 2027, μέσω ξεχωριστών σταθμών LNG σε κάθε πόλη. Στα Ιωάννινα το δίκτυο μέσης πίεσης και ο σταθμός LNG έχουν ουσιαστικά ολοκληρωθεί, ενώ επεκτείνεται εντατικά το δίκτυο χαμηλής πίεσης με ήδη δεκάδες χιλιόμετρα αγωγών και πρώτες βιομηχανικές συμβάσεις.
Ποιο είναι το θεσμικό και γεωοικονομικό πλαίσιο της επέκτασης;
Η επιλογή υποδομών LNG μικρής κλίμακας επιτρέπει τη διασύνδεση απομακρυσμένων περιοχών που δεν καλύπτονται από τον εθνικό αγωγό, συνεχίζοντας το μοντέλο που εφαρμόστηκε ήδη σε Φλώρινα, Καστοριά και ΒΙΠΕ Πατρών. Η στρατηγική αυτή συνδέεται με τον ευρωπαϊκό στόχο ασφάλειας εφοδιασμού και διαφοροποίησης πηγών, ειδικά μετά την κρίση φυσικού αερίου της περιόδου 2021-2023.
Σε θεσμικό επίπεδο, η επένδυση εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για «έξυπνα» δίκτυα και σταδιακή προσαρμογή σε μελλοντική διέλευση ανανεώσιμων αερίων, όπως βιομεθάνιο και υδρογόνο, χωρίς να αναιρεί τις δεσμεύσεις απανθρακοποίησης. Ωστόσο, η παράταση του ρόλου του φυσικού αερίου ως καυσίμου μετάβασης θέτει την ανάγκη προσεκτικής ρύθμισης, ώστε οι νέες υποδομές να μην καταστούν «κλειδωμένες» σε ορυκτά καύσιμα για δεκαετίες.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την ελληνική οικονομία, η επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου σε Δυτική Ελλάδα και Ήπειρο μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος για βιομηχανία, υπηρεσίες και νοικοκυριά, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα περιφερειακών πόλων όπως η Πάτρα και τα Ιωάννινα. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα νέο πλέγμα ενεργειακών υποδομών που μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς μια μελλοντική αγορά πράσινων αερίων, εφόσον υπάρξει έγκαιρη προσαρμογή των ρυθμιστικών πλαισίων και των επενδυτικών κινήτρων.
Σχόλιο
: Η γεωγραφική επέκταση του φυσικού αερίου εκτός των παραδοσιακών μητροπολιτικών κέντρων λειτουργεί ως τεστ για το αν η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αποκεντρωμένη και συμβατή με τους κλιματικούς στόχους. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα θα ολοκληρωθούν τα έργα, αλλά αν τα δίκτυα που χτίζονται σήμερα θα μπορούν αύριο να υποστηρίξουν οικονομικά βιώσιμα και περιβαλλοντικά συμβατά καύσιμα, χωρίς να επιβαρύνουν τους καταναλωτές με παγιδευμένο κόστος υποδομών.
Διαβάστε επίσης:
Ιαπωνία: Η Mitsubishi Heavy διπλασιάζει παραγωγή τουρμπίνων φυσικού αερίου
Ουκρανία: Πλήγματα σε ρωσικό οπλικό εργοστάσιο και κόμβο καυσίμων






