ΔΝΤ: Η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας παραμένει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών

Χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένες παραγωγικές επενδύσεις και αρνητική ιδιωτική αποταμίευση διατηρούν τη χώρα σε ευάλωτη θέση απέναντι στα εξωτερικά σοκ, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου

Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης, καταγράφοντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας. Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα εξακολουθεί να υφίσταται ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που προβληματίζει διεθνείς οργανισμούς και επενδυτές: το επίμονα υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Σε νέα έκθεσή του, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει μία από τις λίγες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συνεχίζουν να εμφανίζουν σημαντικό εξωτερικό έλλειμμα, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Διαφήμιση

Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι η βασική αιτία δεν βρίσκεται πλέον στον δημόσιο τομέα, όπως συνέβαινε πριν από την κρίση χρέους, αλλά στις αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και στις περιορισμένες δυνατότητες δημιουργίας εγχώριας προστιθέμενης αξίας.

Από το δημοσιονομικό πρόβλημα στο παραγωγικό έλλειμμα

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, πριν από το 2010 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών συνδεόταν κυρίως με τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, την υπερβολική κατανάλωση και τη χαμηλή αποτελεσματικότητα του φορολογικού μηχανισμού.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Παρά τη δημοσιονομική πειθαρχία και τα πρωτογενή πλεονάσματα, η χώρα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξάγει, δημιουργώντας ένα διαρκές κενό στο εξωτερικό ισοζύγιο.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αδυναμία της οικονομίας να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ουσιαστικά τις εξαγωγές και να μειώσουν την εξάρτηση από τις εισαγωγές.

Οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που εξηγούν το πρόβλημα είναι οι χαμηλές παραγωγικές επενδύσεις.

Παρά την εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, οι επενδύσεις εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα σε τομείς που μπορούν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και την τεχνολογική αναβάθμιση της οικονομίας.

Η έλλειψη ισχυρής εγχώριας επενδυτικής βάσης περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας νέων παραγωγικών μονάδων, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την ανάπτυξη εξαγωγικών δραστηριοτήτων υψηλής αξίας.

Το πρόβλημα της αποταμίευσης

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το ΔΝΤ στην αρνητική ιδιωτική αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών.

Η έκθεση επισημαίνει ότι από το 2000 έως και το 2024 η ιδιωτική αποταμίευση στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αρνητική, με μοναδική εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, όταν οι περιορισμοί στην κατανάλωση οδήγησαν προσωρινά σε αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων.

Ακόμη και κατά την περίοδο 2020-2024, ωστόσο, η αποταμίευση παρέμεινε χαμηλότερη του 1% του ΑΕΠ, καταγράφοντας μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η χαμηλή αποταμίευση περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για παραγωγικές επενδύσεις και αυξάνει την εξάρτηση της οικονομίας από ξένα κεφάλαια.

Θετική έκπληξη από τις τράπεζες

Παρά τις διαρθρωτικές αδυναμίες, το ΔΝΤ εμφανίζεται πιο αισιόδοξο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Η σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ενίσχυση της κερδοφορίας και η βελτίωση των κεφαλαιακών δεικτών δημιουργούν ένα πολύ πιο σταθερό περιβάλλον σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.

Οι τράπεζες θεωρούνται πλέον ικανές να στηρίξουν τη χρηματοδότηση της οικονομίας και να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην επενδυτική αναβάθμιση της χώρας.

Το εξωτερικό χρέος παραμένει υψηλό αλλά διαχειρίσιμο

Το ΔΝΤ σημειώνει ότι το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας υπερβαίνει τα 470 δισ. ευρώ, ωστόσο δεν θεωρεί ότι αποτελεί άμεση απειλή για τη σταθερότητα της οικονομίας.

Η βασική αιτία είναι ότι σημαντικό μέρος αυτού του χρέους αφορά δάνεια του επίσημου τομέα, κυρίως από ευρωπαϊκούς θεσμούς, τα οποία διαθέτουν ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής, μεγάλες διάρκειες και χαμηλά επιτόκια.

Αυτό προσφέρει στη χώρα σημαντικό χρόνο προσαρμογής και μειώνει τον κίνδυνο χρηματοδοτικών πιέσεων τα επόμενα χρόνια.

Οι πέντε συστάσεις του ΔΝΤ

Το Ταμείο προτείνει πέντε βασικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Πρώτον, ενίσχυση της παραγωγής εγχώριας προστιθέμενης αξίας μέσα από πολιτικές που αυξάνουν την παραγωγικότητα και ενθαρρύνουν δραστηριότητες υψηλότερης τεχνολογικής έντασης.

Δεύτερον, επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, των κανονιστικών εμποδίων και της παραοικονομίας.

Τρίτον, συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.

Τέταρτον, βαθύτερη ενσωμάτωση της Ελλάδας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και στα διεθνή δίκτυα παραγωγής υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Πέμπτον, προσέλκυση περισσότερων άμεσων ξένων επενδύσεων που θα δημιουργήσουν μόνιμες παραγωγικές υποδομές και θέσεις εργασίας.

SBC Insight

Η έκθεση του ΔΝΤ λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ελληνική οικονομία έχει πράγματι αφήσει πίσω της τη δημοσιονομική κρίση, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Η πραγματική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν είναι η διαχείριση του δημόσιου χρέους, αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση των εξαγωγών υψηλής αξίας και η δημιουργία εγχώριου πλούτου. Όσο η οικονομία βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση, τον τουρισμό και τις εισαγωγές, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμένει το πιο αδύναμο σημείο της χώρας απέναντι σε κάθε διεθνή κρίση.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.