Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με 2% στο α’ τρίμηνο, αλλά με επενδύσεις ακόμη δεύτερες χαμηλότερες στην ΕΕ και ιδιωτική κατανάλωση που κρατά το μεγαλύτερο μερίδιο στο ΑΕΠ. Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει μια παραγωγική δομή που αλλάζει, αλλά πολύ πιο αργά από όσο απαιτούν οι ευρωπαϊκές συγκρίσεις.
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με 2% στο α’ τρίμηνο του 2026, με τις επενδύσεις να τρέχουν με διψήφιο ρυθμό αλλά να παραμένουν αναλογικά οι δεύτερες χαμηλότερες στην ΕΕ, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο μερίδιο στο ΑΕΠ. Τα στοιχεία φωτίζουν μια μετάβαση αναπτυξιακού μοντέλου που έχει ξεκινήσει, αλλά προχωρά με βραδύτερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πόσο αλλάζει πραγματικά η ελληνική οικονομία μέσω των επενδύσεων;
Η ανάπτυξη 2% σε ετήσια βάση το α’ τρίμηνο στηρίχθηκε κυρίως στις επενδύσεις παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 12,1% και προσέφεραν μόνες τους 2 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ. Για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο καταγράφουν διψήφια άνοδο, με πάνω από τη μισή συνεισφορά να προέρχεται από τις κατασκευές.
Οι κατοικίες πρόσθεσαν 184 εκατ. ευρώ και οι λοιπές κατασκευές 361 εκατ. ευρώ, ενώ ακολούθησαν οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα με 354 εκατ. ευρώ. Καθοριστική είναι η ώθηση από την επιτάχυνση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης εν όψει της λήξης της προθεσμίας τον Αύγουστο του 2026, που λειτουργεί ως χρονικός μοχλός για την υλοποίηση έργων.
Επενδύσεις στο 17% του ΑΕΠ, αλλά ακόμη ουραγός της ΕΕ
Οι επενδύσεις έχουν σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία πενταετία, με αύξηση 184% σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2021, φθάνοντας περίπου στο 17% του ΑΕΠ από 11,1% πριν την πανδημία και 9,8% στην κορύφωση της κρίσης χρέους. Η βελτίωση είναι θεαματική σε εθνικό ορίζοντα, αλλά παραμένει ανεπαρκής σε ευρωπαϊκό συγκριτικό πλαίσιο.
Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι επενδύσεις στην Ελλάδα είναι οι δεύτερες χαμηλότερες στην ΕΕ των 27 και αισθητά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που βρίσκεται στο 21,3%. Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα διατηρηθεί η επενδυτική δυναμική μετά τη λήξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, όταν ο εξωτερικός αυτός καταλύτης θα υποχωρήσει.
Ιδιωτική κατανάλωση και εξωτερικό έλλειμμα: το παλιό μοντέλο επιμένει
Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο μερίδιο στο ΑΕΠ στην ΕΕ-27, στο 69%, έναντι 61,7% της Ρουμανίας και 53% της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η δυναμική της εξασθενεί, καθώς το α’ τρίμηνο αυξήθηκε μόλις 0,7% σε ετήσια βάση, από 2,3% προηγουμένως, με τη συνεισφορά της στην ανάπτυξη (0,5 ποσοστιαίες μονάδες) να είναι η χαμηλότερη από το β’ τρίμηνο του 2021.
Στο εξωτερικό μέτωπο, το έλλειμμα βελτιώνεται αλλά παραμένει από τα μεγαλύτερα στην ΕΕ. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν 2,4% έναντι 0,5% των εισαγωγών, με αποτέλεσμα τη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών κατά 7,9% σε ετήσια βάση. Το εμπορικό έλλειμμα έχει περιοριστεί στο 12,7% του ΑΕΠ από σχεδόν 20% στο τέλος του 2022, αλλά εξακολουθεί να είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ, ενώ το συνολικό εξωτερικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 3,8% του ΑΕΠ.
Πόλεμος, πληθωρισμός και ρίσκο για την ανάπτυξη έως το 2026
Παρά το πλεόνασμα υπηρεσιών, το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει, σύμφωνα με την ανάλυση, «δίαυλος απώλειας εγχωρίως παραγόμενου εισοδήματος στην αλλοδαπή» και επιβαρύνει μακροπρόθεσμα την καθαρή δανειακή θέση της χώρας. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας θα δοκιμαστεί από τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, που αναμένεται να αποτυπωθούν πιο έντονα στα στοιχεία του β’ τριμήνου.
Ήδη ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 4,9% τον Μάιο από 3,4% τον Μάρτιο, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψη για τον ρυθμό μεγέθυνσης της Ελλάδας το 2026 στο 1,8% από 2,2%. Το μέγεθος των επιπτώσεων στην ανάπτυξη θα κριθεί κυρίως από την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών, δηλαδή από τα δύο σκέλη όπου οι καθοδικοί κίνδυνοι είναι σήμερα οι πιο έντονοι.
SBC Red Line
Πίσω από τους εντυπωσιακούς ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων κρύβεται μια πραγματικότητα: η ελληνική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από ευρωπαϊκούς πόρους και όχι από διατηρήσιμη, αυτόνομη επενδυτική βάση. Όσο η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης παραμένει, το αφήγημα της «μετάβασης μοντέλου» μένει ημιτελές.
Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι το παράθυρο για αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης είναι περιορισμένο χρονικά και δεν θα επαναληφθεί με την ίδια ένταση. Ταυτόχρονα, η κόπωση της κατανάλωσης και ο υψηλός πληθωρισμός πιέζουν τα περιθώρια κέρδους και επιβάλλουν στροφή σε εξωστρέφεια και παραγωγικές επενδύσεις.
Το μεγάλο στοίχημα είναι αν η χώρα θα μετατρέψει τη συγκυριακή ώθηση των επενδύσεων σε μόνιμη αναβάθμιση του παραγωγικού της προτύπου. Αν αυτό δεν συμβεί πριν κλείσει ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης, ο κίνδυνος επιστροφής σε ένα μοντέλο κατανάλωσης με μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα θα παραμείνει στο τραπέζι.
Διαβάστε επίσης:
Ελληνικές μετοχές σε ελκυστικές τιμές και νέο αφήγημα για τις τράπεζες
Η κούρσα πρόωρης αποπληρωμής χρέους και η επόμενη αναβάθμιση
#ελληνικήοικονομία #επενδύσεις #ΑΕΠ #ιδιωτικήκατανάλωση #Ευρωζώνη #ΤαμείοΑνάκαμψης #εξωτερικόέλλειμμα #εμπορικόισοζύγιο #πληθωρισμός #ανάπτυξη #Eurobank #ΕυρωπαϊκήΕπιτροπή #εξαγωγές #εισαγωγές #παραγωγικόμοντέλο






