Ηνωμένο Βασίλειο: Πώς η λιτότητα υπονόμευσε τη δημοσιονομική σταθερότητα

Η βρετανική εμπειρία μετά το 2010 δείχνει ότι η αυστηρή προσαρμογή για χάρη των αγορών ομολόγων δεν εγγυάται σταθερότητα. Αντιθέτως, τροφοδότησε κοινωνικές εντάσεις και άνοδο του λαϊκισμού.

Η συζήτηση για τον ρόλο των αγορών ομολόγων στην άσκηση οικονομικής πολιτικής επανέρχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η χώρα αναμετράται με το αποτύπωμα μιας δεκαετίας λιτότητας. Η επιλογή διαδοχικών κυβερνήσεων να προτάξουν τη «δημοσιονομική πειθαρχία» ώστε να καθησυχάσουν τους επενδυτές σε κρατικά ομόλογα οδήγησε μεν σε μείωση ελλειμμάτων, αλλά συνοδεύτηκε από συρρίκνωση δημόσιων υπηρεσιών, αύξηση ανισοτήτων και διάχυτη αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η πολιτική που σχεδιάζεται με κύριο κριτήριο τις απαιτήσεις των αγορών παράγει τελικά μεγαλύτερη αστάθεια, τόσο οικονομική όσο και θεσμική.

Από τη δημοσιονομική πειθαρχία στην κοινωνική αστάθεια

Η βρετανική παράδοση προσαρμογής στις πιέσεις των αγορών έχει βαθιές ρίζες, από την κρίση του ΔΝΤ τη δεκαετία του 1970 έως την εποχή Θάτσερ και την υιοθέτηση ενός πιο βραχυπρόθεσμου, χρηματοοικονομικά προσανατολισμένου καπιταλιστικού μοντέλου. Μετά το 2010, η στρατηγική της λιτότητας παρουσιάστηκε ως αναγκαία για τη διατήρηση της «εμπιστοσύνης των αγορών», με έμφαση στον περιορισμό δαπανών και στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, η έννοια της σταθερότητας ορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά με δημοσιονομικούς όρους, αγνοώντας παραμέτρους όπως η κοινωνική συνοχή, η ποιότητα των υποδομών και η ανθεκτικότητα των δημόσιων συστημάτων υγείας, παιδείας και κοινωνικής πρόνοιας.

Το αποτέλεσμα ήταν μια οικονομία με ασθενική αναπτυξιακή δυναμική, συμπιεσμένους μισθούς και αυξημένο κόστος βασικών υπηρεσιών, συχνά παρεχόμενων από ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Αυτή η συνθήκη λειτούργησε ως υπόστρωμα για την άνοδο λαϊκιστικών ρευμάτων, την πόλωση γύρω από το Brexit και την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των παραδοσιακών κομμάτων. Παράλληλα, η ανάγκη επανειλημμένων κρατικών παρεμβάσεων για τη διάσωση χρηματοπιστωτικών θεσμών ανέδειξε την αντίφαση ενός μοντέλου που απορρίπτει τον κρατικό ρόλο μέχρι τη στιγμή της κρίσης.

Τι σημαίνει η σύγκρουση πολιτικής και αγορών

Η βρετανική περίπτωση δείχνει ότι η μονοδιάστατη προσαρμογή στις βραχυπρόθεσμες προτιμήσεις των επενδυτών σε κρατικά ομόλογα μπορεί να υπονομεύσει τις ίδιες τις βάσεις της μακροχρόνιας σταθερότητας. Η έλλειψη επαρκών επενδύσεων σε φυσικές και κοινωνικές υποδομές περιορίζει την παραγωγικότητα, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνει τον πολιτικό κίνδυνο, τον οποίο στη συνέχεια οι ίδιες οι αγορές τιμολογούν. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου η προσπάθεια αποφυγής κρίσης μέσω λιτότητας καταλήγει να ενισχύει τον κίνδυνο πιο απότομων πολιτικών μετατοπίσεων και απρόβλεπτων δημοσιονομικών επιλογών.

Σχόλιο : Για την Ελλάδα, το βρετανικό παράδειγμα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η σχέση με τις αγορές ομολόγων δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Η δημοσιονομική αξιοπιστία παραμένει κρίσιμη, ειδικά για μια χώρα που βγήκε πρόσφατα από πολυετή κρίση χρέους. Ωστόσο, η μακροχρόνια βιωσιμότητα εξαρτάται από την ικανότητα του κράτους να επενδύει σε υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο και κοινωνική συνοχή, ώστε να μειώνεται ο πολιτικός κίνδυνος και να ενισχύεται η αναπτυξιακή βάση. Η ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την αναπτυξιακή στρατηγική θα κρίνει και το κόστος δανεισμού της χώρας την επόμενη δεκαετία.

#ΗνωμενοΒασιλειο #Λιτοτητα #ΑγορεςΟμολογων #ΔημοσιοΧρεος

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.