Η Χαβάη επιχειρεί να απεξαρτηθεί από το εισαγόμενο πετρέλαιο και να πετύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2045. Το πείραμα ενός νησιωτικού, τουριστικού συστήματος ενδιαφέρει άμεσα και την ευρωπαϊκή και ελληνική ενεργειακή πολιτική.
Η Χαβάη, μια αλυσίδα νησιών στη μέση του Ειρηνικού χωρίς εγχώρια αποθέματα πετρελαίου ή φυσικού αερίου, επιχειρεί ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα ενεργειακής μετάβασης διεθνώς. Με στόχο 100% ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές έως το 2045 και οικονομία με «καθαρές αρνητικές» εκπομπές άνθρακα, η πολιτεία επιδιώκει όχι μόνο κλιματική ουδετερότητα αλλά και στρατηγική ενεργειακή αυτονομία απέναντι στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών πετρελαίου.
Από την εξάρτηση στο πετρέλαιο στην τοπική ενέργεια
Η οικονομία της Χαβάης στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εισαγόμενα καύσιμα για ηλεκτροπαραγωγή, θαλάσσιες μεταφορές και αεροπορικές συνδέσεις, που τροφοδοτούν περίπου 10 εκατ. τουρίστες ετησίως. Η πρόσφατη αναταραχή στις τιμές πετρελαίου, λόγω γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, υπογραμμίζει το κόστος αυτής της εξάρτησης. Η πολιτεία απαντά με επιθετική ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, αιολικών και συστημάτων αποθήκευσης, αλλά και με επένδυση σε λιγότερο ώριμες τεχνολογίες όπως η γεωθερμία και η βιοενέργεια.
Η γεωθερμική ενέργεια, αξιοποιώντας τη σημαντική ηφαιστειακή δραστηριότητα, έχει ήδη καλύψει έως και το 30% της ζήτησης ηλεκτρισμού στο μεγαλύτερο νησί, πριν από διακοπές λειτουργίας λόγω έκρηξης. Οι αρχές σχεδιάζουν αύξηση της ισχύος έως το 2026, ενώ επανεξετάζεται η δυνατότητα γεωθερμικής αξιοποίησης ακόμη και στην πυκνοκατοικημένη Οάχου, όπου οι περιορισμοί γης καθιστούν πιο δύσκολη την ανάπτυξη μεγάλων αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων. Παράλληλα, θεσπίζεται υποχρέωση ανάλυσης «διαδρομών απανθρακοποίησης» για όλη την οικονομία, με σενάρια που προβλέπουν ταχεία διείσδυση ηλεκτρικών οχημάτων, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και σταδιακή αντικατάσταση της κηροζίνης από βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα.
Το κόστος της μετάβασης και τα όρια της νησιωτικότητας
Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στις αερομεταφορές και τη ναυτιλία, όπου η τεχνολογία μηδενικών εκπομπών παραμένει ανώριμη και το τουριστικό μοντέλο εντείνει τη ζήτηση. Η πολιτεία εξετάζει εργαλεία τιμολόγησης άνθρακα, τόσο μέσω υφιστάμενων φόρων στα εισαγόμενα καύσιμα όσο και μέσω πιθανής επιβολής ευρύτερου φόρου άνθρακα, ώστε να επιταχυνθεί η στροφή σε καθαρές λύσεις και να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης και ανθεκτικότητας του δικτύου, ειδικά μετά τις φονικές πυρκαγιές στη Μάουι που ανέδειξαν την ευαλωτότητα των δικτύων.
Σχόλιο
: Το παράδειγμα της Χαβάης λειτουργεί ως εργαστήριο πολιτικής για νησιωτικές οικονομίες όπως η Ελλάδα. Η συνδυαστική αξιοποίηση ΑΠΕ, αποθήκευσης και γεωθερμίας, η στόχευση στην ενεργειακή αυτονομία και η χρήση φορολογικών εργαλείων για τη χρηματοδότηση της μετάβασης είναι άμεσα συναφή με το ελληνικό πλαίσιο, ιδιαίτερα για τα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις ενέργειας και υποδομών, η διεθνής εμπειρία από τόσο φιλόδοξα σχέδια προσφέρει πολύτιμα δεδομένα για τον σχεδιασμό επενδύσεων σε ΑΠΕ, έξυπνα δίκτυα και πράσινες μεταφορές, σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια εφοδιασμού και το κόστος ενέργειας παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες ανταγωνιστικότητας.




