Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι στοχεύει σε έλλειμμα κάτω από 4% του ΑΕΠ έως το τέλος της θητείας του. Συνδέει τον στόχο με περιορισμό δαπανών, υψηλότερη ανάπτυξη και τη διατήρηση των φοροελαφρύνσεων της περιόδου Τραμπ.
Ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών Σκοτ Μπέσεντ, καταθέτοντας στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας για τον προϋπολογισμό του υπουργείου, έθεσε έναν σαφή δημοσιονομικό στόχο: έλλειμμα κάτω από 4% του ΑΕΠ έως το τέλος της θητείας του. Η δήλωση έρχεται σε μια περίοδο έντονης συζήτησης στην Ουάσιγκτον για το πώς θα σταθεροποιηθεί η δημοσιονομική πορεία της χώρας χωρίς να ανακοπεί η αναπτυξιακή δυναμική.
Τι σημαίνει στόχος ελλείμματος κάτω από 4%;
Ο Μπέσεντ παρουσίασε τον στόχο ως ρεαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι θα αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα «πρόβλημα δαπανών» και «πρόβλημα ανάπτυξης». Η αναφορά του δείχνει ότι το υπουργείο Οικονομικών δεν βλέπει μόνο την πλευρά των εσόδων, αλλά κυρίως τη δομή και την ταχύτητα αύξησης των ομοσπονδιακών δαπανών, καθώς και την ικανότητα της οικονομίας να παράγει υψηλότερο ΑΕΠ που κάνει το έλλειμμα πιο διαχειρίσιμο ως ποσοστό.
Σε θεσμικό επίπεδο, η στοχοθέτηση συγκεκριμένου ποσοστού ελλείμματος λειτουργεί ως πλαίσιο για τον μελλοντικό προϋπολογισμό και τις διαπραγματεύσεις με το Κογκρέσο. Ωστόσο, η επίτευξη του 4% προϋποθέτει πολιτικές αποφάσεις σε τομείς που παραδοσιακά προκαλούν αντιπαράθεση, από τις κοινωνικές δαπάνες μέχρι τις αμυντικές προτεραιότητες.
Η παράταση των φοροελαφρύνσεων Τραμπ στο επίκεντρο
Κεντρικό στοιχείο της τοποθέτησης του Μπέσεντ ήταν η υπεράσπιση της παράτασης του φορολογικού νόμου του 2017, γνωστού ως Tax Cuts and Jobs Act, η οποία εντάχθηκε στον νόμο «One Big Beautiful Bill Act» της κυβέρνησης Τραμπ. Όπως υποστήριξε, η συγκεκριμένη φορολογική δέσμη «απέτρεψε αυτόματη αύξηση φόρων άνω των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων».
Με αυτή τη φράση, ο υπουργός επιχειρεί να πλαισιώσει τη διατήρηση των φοροελαφρύνσεων όχι ως απώλεια εσόδων, αλλά ως αποφυγή μιας μεγάλης φορολογικής επιβάρυνσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Θεσμικά, αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το «πόσα λείπουν από τα δημόσια ταμεία» στο «πόσο θα είχε αυξηθεί η φορολογία χωρίς την παράταση», ενισχύοντας το επιχείρημα υπέρ μιας πιο φιλικής προς την επιχειρηματικότητα φορολογικής πολιτικής.
Δαπάνες, ανάπτυξη και πολιτικό κόστος
Η παραδοχή του Μπέσεντ ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα «πρόβλημα δαπανών» και «πρόβλημα ανάπτυξης» αναδεικνύει το διπλό θεσμικό δίλημμα της αμερικανικής δημοσιονομικής πολιτικής. Από τη μία, η συγκράτηση των δαπανών απαιτεί αναθεώρηση προγραμμάτων που διαθέτουν ισχυρή κοινωνική και πολιτική στήριξη. Από την άλλη, η ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω φορολογικών κινήτρων περιορίζει βραχυπρόθεσμα τα δημόσια έσοδα, αυξάνοντας την ανάγκη για πειθαρχία στην πλευρά των δαπανών.
Η επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ να προκρίνει τη διατήρηση των φοροελαφρύνσεων ως εργαλείο αποφυγής μιας μεγάλης φορολογικής αύξησης άνω των 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως την περιέγραψε ο Μπέσεντ, μεταθέτει το βάρος της προσαρμογής κυρίως στη διαχείριση των δαπανών. Αυτό όμως προϋποθέτει συναινέσεις στο Κογκρέσο που ιστορικά είναι δύσκολο να επιτευχθούν, ιδίως σε προεκλογικά ή έντονα πολωμένα περιβάλλοντα.
Πώς διαμορφώνεται η θεσμική συζήτηση στο Κογκρέσο;
Η κατάθεση του Μπέσεντ στην Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας από το νομοθετικό σώμα. Η στοχοθέτηση ελλείμματος κάτω από 4% λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τους γερουσιαστές που θα κληθούν να κρίνουν αν ο προϋπολογισμός του υπουργείου είναι συμβατός με μια πιο σταθερή δημοσιονομική πορεία.
Ταυτόχρονα, η υπεράσπιση των φοροελαφρύνσεων του 2017, μέσα από το επιχείρημα της αποτροπής μιας «αυτόματης αύξησης φόρων», διαμορφώνει το πολιτικό πλαίσιο της συζήτησης. Όποιος αντιταχθεί στην παράταση μπορεί να εμφανιστεί ως υπέρμαχος μιας μεγάλης φορολογικής επιβάρυνσης, ενώ όποιος την υποστηρίξει καλείται να εξηγήσει πώς θα καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό χωρίς να εκτροχιαστεί ο στόχος του 4%.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, η αμερικανική συζήτηση έχει κυρίως έμμεση, αλλά ουσιαστική σημασία. Η προσπάθεια των ΗΠΑ να σταθεροποιήσουν το έλλειμμα χωρίς αύξηση φόρων, στηριζόμενες σε ανάπτυξη και έλεγχο δαπανών, επηρεάζει τις προσδοκίες των αγορών για τα επιτόκια, την πορεία του δολαρίου και τη διεθνή ρευστότητα, παράγοντες που επηρεάζουν και το κόστος δανεισμού της χώρας μας. Επιπλέον, η αντιπαράθεση Ουάσιγκτον – Κογκρέσου για τον δημοσιονομικό χώρο λειτουργεί ως υπενθύμιση για την Αθήνα ότι η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής παραμένει κρίσιμος παράγοντας, ακόμη και σε περιβάλλον χαμηλότερων ελλειμμάτων, καθώς οι διεθνείς επενδυτές συγκρίνουν διαρκώς τις θεσμικές αντοχές και τη συνέπεια κάθε οικονομίας.






