Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φάσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Οι δημοσιονομικοί δείκτες βελτιώνονται, η ανεργία συνεχίζει να υποχωρεί, οι επενδύσεις αυξάνονται και η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η δημόσια συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης χρέους, αλλά γύρω από το πώς θα διατηρηθεί η ανάπτυξη.
Ωστόσο, πίσω από τους θετικούς μακροοικονομικούς αριθμούς αναδύεται ένα διαφορετικό ερώτημα. Πόσοι πολίτες αισθάνονται πραγματικά ότι συμμετέχουν στην οικονομική πρόοδο;
Η ανάπτυξη από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση κοινωνικής ευημερίας. Το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται, οι χρηματιστηριακοί δείκτες να κινούνται ανοδικά και οι οίκοι αξιολόγησης να αναβαθμίζουν τη χώρα, αλλά εάν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών πιέζεται από το υψηλό κόστος στέγασης, την ακρίβεια και την περιορισμένη αγοραστική δύναμη, τότε δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στην επίσημη οικονομική εικόνα και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Αυτό ακριβώς το χάσμα αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις καλούνται να εξηγήσουν γιατί η οικονομία αναπτύσσεται, ενώ μεγάλο μέρος της κοινωνίας δηλώνει ότι αισθάνεται οικονομικά πιο ευάλωτο από ό,τι πριν από λίγα χρόνια.
Η εξήγηση βρίσκεται στη διαφορετική κατανομή του πλούτου.
Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε σημαντικός νέος πλούτος στις αγορές κεφαλαίου, στην τεχνολογία, στα ακίνητα υψηλής αξίας και στις επιχειρήσεις που κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την ψηφιακή μετάβαση. Αντίθετα, η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων για μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης ήταν αισθητά μικρότερη. Ο πληθωρισμός απορρόφησε μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς, ενώ το υψηλό κόστος κατοικίας λειτουργεί ως μόνιμος μηχανισμός μεταφοράς εισοδήματος από τους νεότερους προς όσους διαθέτουν ήδη περιουσιακά στοιχεία.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών.
Η ανισότητα δεν εκφράζεται πλέον μόνο μέσω των εισοδημάτων αλλά κυρίως μέσω της περιουσίας. Δύο εργαζόμενοι με παρόμοιο μισθό μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες εάν ο ένας διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία και ο άλλος καταβάλλει κάθε μήνα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του σε ενοίκιο. Η πρόσβαση στην ιδιοκτησία, στη χρηματοδότηση και στις επενδυτικές ευκαιρίες εξελίσσεται σταδιακά σε σημαντικότερο παράγοντα ανισότητας από τον ίδιο τον μισθό.
Ταυτόχρονα, η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή οικονομία δημιουργούν ένα νέο κύμα συγκέντρωσης πλούτου. Οι επιχειρήσεις που ελέγχουν τα δεδομένα, τις υποδομές και τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν τεράστια παραγωγικά πλεονεκτήματα. Η παραγωγικότητα αυξάνεται, όμως δεν είναι ακόμη σαφές εάν τα οφέλη θα διαχυθούν στην αγορά εργασίας ή θα συγκεντρωθούν σε έναν περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων και επενδυτών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη πρέπει να επιβραδυνθεί. Αντίθετα, η Ελλάδα χρειάζεται ακόμη υψηλότερους ρυθμούς επενδύσεων, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και περισσότερο ιδιωτικό κεφάλαιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: πώς θα δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε περισσότεροι πολίτες να συμμετέχουν στη δημιουργία του νέου πλούτου.
Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις μεταβιβάσεις εισοδήματος ή στα επιδόματα. Αυτά λειτουργούν ως προσωρινά δίχτυα προστασίας, όχι ως μηχανισμοί διατηρήσιμης σύγκλισης.
Η πραγματική λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας. Εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, πρόσβαση στις ψηφιακές δεξιότητες, ευκολότερη ίδρυση επιχειρήσεων, αποτελεσματικό τραπεζικό σύστημα, γρηγορότερη απονομή δικαιοσύνης, σταθερό φορολογικό περιβάλλον και επενδύσεις στις υποδομές αποτελούν τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι οικονομίες μειώνουν τις ανισότητες χωρίς να περιορίζουν την ανάπτυξη.
Παράλληλα, απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία αποταμίευσης και περιουσίας για τα νοικοκυριά. Μία κοινωνία όπου οι περισσότεροι πολίτες διαθέτουν μόνο εισόδημα από εργασία είναι περισσότερο ευάλωτη στις οικονομικές κρίσεις από μία κοινωνία όπου ευρύτερα στρώματα συμμετέχουν στην ιδιοκτησία επιχειρήσεων, επενδύσεων και άλλων παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων.
Η επόμενη δεκαετία θα είναι περίοδος μεγάλων μετασχηματισμών. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή μετάβαση και η γεωπολιτική αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομίας θα δημιουργήσουν νέο πλούτο, αλλά και νέες μορφές ανισότητας. Η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να ακολουθήσει αυτή τη μετάβαση. Είναι να διαμορφώσει ένα οικονομικό μοντέλο όπου η ανταγωνιστικότητα θα συμβαδίζει με την κοινωνική συνοχή.
Γιατί τελικά η επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο από το ύψος του ΑΕΠ ή τις αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Μετριέται από το πόσοι πολίτες αισθάνονται ότι το μέλλον τους γίνεται καλύτερο. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πρόκληση της ελληνικής οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
SBC Σχολιο
Η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της την εποχή της δημοσιονομικής επιβίωσης και εισέρχεται στην εποχή της ποιοτικής ανάπτυξης. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η αύξηση του ΑΕΠ αλλά η διεύρυνση της συμμετοχής των πολιτών στη δημιουργία νέου πλούτου. Οι οικονομίες που θα πετύχουν δεν θα είναι εκείνες που θα παράγουν απλώς περισσότερα, αλλά εκείνες που θα κατανέμουν αποτελεσματικότερα τις ευκαιρίες.







