Η Benchmark εγκαταλείπει τη στρατηγική μικρών funds και στρέφεται επιθετικά σε ανάπτυξη και τεχνητή νοημοσύνη. Συγκεντρώνει συνολικά 2 δισ. δολάρια σε δύο νέα οχήματα.
Μία από τις πιο εμβληματικές εταιρείες venture capital της Silicon Valley, η Benchmark, αλλάζει ριζικά στρατηγική μετά από πάνω από δύο δεκαετίες επιμονής σε μικρά, αυστηρά εστιασμένα funds. Η εταιρεία, γνωστή για πρώιμες επενδύσεις σε eBay, Snap, Uber και Twitter, συγκέντρωσε συνολικά 2 δισ. δολάρια σε δύο νέα επενδυτικά οχήματα, εισάγοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της ξεχωριστό growth fund για επενδύσεις σε πιο ώριμα στάδια.
Στροφή από τα «μικρά fund» σε κεφάλαια ανάπτυξης
Ιστορικά, η Benchmark κρατούσε το μέγεθος κάθε fund γύρω στα 425 εκατ. δολάρια, επενδύοντας επιλεκτικά σε λίγες, πολύ πρώιμες εταιρείες και αποκτώντας συνήθως περίπου 20% συμμετοχή. Το μοντέλο αυτό είχε στόχο τις εκρηκτικές αποδόσεις για τους επενδυτές της, αποφεύγοντας τη «βιομηχανική λογική» των γιγαντιαίων funds που κυριάρχησε την τελευταία δεκαετία.
Ωστόσο, η εκρηκτική άνοδος των κεφαλαιοβόρων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης –ιδίως όσων αναπτύσσουν foundation models– κατέστησε το παλιό μέγεθος fund περιοριστικό. Η Benchmark έμεινε εκτός μεγάλων γύρων σε παίκτες όπως Anthropic και OpenAI, καθώς οι χρηματοδοτήσεις σε αυτά τα σχήματα συχνά φτάνουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ανά γύρο.
Το νέο early-stage fund, ύψους 750 εκατ. δολαρίων, δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στην εταιρεία να γράφει μεγαλύτερες επιταγές σε ένα περιβάλλον όπου οι αποτιμήσεις στα αρχικά στάδια έχουν εκτοξευθεί. Ήδη η Benchmark έχει επεκταθεί πέρα από το κλασικό Series A, επενδύοντας σε Series B εταιρείες όπως η Gumloop (no-code πλατφόρμα δημιουργίας AI agents) και η Monaco (AI-native πλατφόρμα πωλήσεων και CRM).
Η ώθηση από την Cerebras και η νέα γενιά εταίρων
Καθοριστικός καταλύτης για τη δημιουργία του πρώτου growth fund, ύψους περίπου 1,25 δισ. δολαρίων, ήταν η εντυπωσιακή απόδοση από την Cerebras. Η Benchmark είχε ηγηθεί του Series A της εταιρείας chips το 2016 και αργότερα δημιούργησε ειδικό όχημα (SPV) 225 εκατ. δολαρίων για να συμμετάσχει σε προ-IPO γύρο 1 δισ. δολαρίων. Η πρόσφατη εισαγωγή της Cerebras στο χρηματιστήριο απέδωσε στη Benchmark περίπου 3,25 δισ. δολάρια στην τιμή IPO, δημιουργώντας το «πυρομαχικό» και την αυτοπεποίθηση για ένα αυτόνομο growth vehicle.
Το νέο growth fund αναμένεται να πραγματοποιήσει 5-6 μεγάλες επενδύσεις, τόσο σε υφιστάμενες συμμετοχές όσο και σε νέες εταιρείες, στοχεύοντας σε πιο ώριμα στάδια όπου απαιτούνται πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια.
Παράλληλα, η Benchmark βρίσκεται σε φάση εσωτερικής αναδιάρθρωσης. Ο Miles Grimshaw αποχώρησε το 2024 για να επιστρέψει στην Thrive Capital, η Sarah Tavel μετετράπη σε venture partner, ενώ ο Victor Lazarte έφυγε για να ιδρύσει δικό του σχήμα. Για να ανανεώσει την ηγετική της ομάδα, η εταιρεία προσέθεσε τον Everett Randle (προερχόμενο από την Kleiner Perkins) και τον Jack Altman, αδελφό του CEO της OpenAI, Sam Altman.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι ακόμη και ένας «αντι-μεγέθυνση» παίκτης όπως η Benchmark αναγνωρίζει πως η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί νέο playbook: περισσότερο κεφάλαιο, παρουσία σε περισσότερα στάδια χρηματοδότησης και νέα γενιά συνεταίρων με βαθιά γνώση του AI οικοσυστήματος.
Σχόλιο
: Η στροφή της Benchmark επιβεβαιώνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει όχι μόνο τις startups αλλά και την ίδια τη βιομηχανία του venture capital: οι παίκτες που επέμεναν στη λιτότητα κεφαλαίου αναγκάζονται πλέον να «παίξουν στο μεγάλο γήπεδο» ή να ρισκάρουν την περιθωριοποίηση.






