Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν πλησιάζει τις 100 ημέρες, η αγορά ενέργειας συνειδητοποιεί ότι ακόμη και μια συμφωνία ειρήνης δεν αρκεί για επιστροφή στην κανονικότητα. Οι ζημιές σε υποδομές και τα εξαντλημένα αποθέματα παρατείνουν τον κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία.
Η προσδοκία ότι μια γρήγορη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα έριχνε άμεσα τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αποδεικνύεται υπεραισιόδοξη. Σχεδόν 100 ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η ναυσιπλοΐα στον κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο παραμένει πολύ κάτω από τα συνήθη επίπεδα, ενώ οι τιμές πετρελαίου κινούνται ακόμη περίπου 30% υψηλότερα από τα προπολεμικά. Η ενεργειακή αναταραχή μεταφράζεται ήδη σε ακριβότερα καύσιμα, λιπάσματα και τρόφιμα, τροφοδοτώντας νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων σε μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει συνέλθει πλήρως από τις προηγούμενες κρίσεις προσφοράς.
Αργή επανεκκίνηση και βαθιές πληγές στις υποδομές
Ακόμη και αν επιτευχθεί σταθερή εκεχειρία, η επιστροφή των δεξαμενόπλοιων στον Κόλπο δεν θα είναι άμεση. Οι πλοιοκτήτες και τα πληρώματα χρειάζονται εβδομάδες παρακολούθησης της κατάστασης πριν αποδεχθούν τον κίνδυνο, ενώ τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου παραμένουν αυξημένα. Μια μόνο νέα επίθεση σε πλοίο αρκεί για να «παγώσει» ξανά τις ροές, καθιστώντας την επαναλειτουργία των Στενών μια διαδικασία διακοπτόμενης κανονικότητας. Παράλληλα, δεκάδες πετρελαϊκά και μονάδες LNG στον Κόλπο έχουν υποστεί ζημιές με κόστος αποκατάστασης δεκάδων δισ. δολαρίων. Η περίπτωση του Ρας Λαφάν στο Κατάρ, όπου έχει τεθεί εκτός λειτουργίας σημαντικό ποσοστό της δυναμικότητας LNG, δείχνει ότι η πλήρης επαναφορά μπορεί να απαιτήσει 3 έως 5 χρόνια, με νομικές διαμάχες για συμβόλαια και force majeure να επιμηκύνουν τις καθυστερήσεις.
Ταυτόχρονα, τα «μαξιλάρια» της αγοράς στερεύουν. Οι ΗΠΑ έχουν αυξήσει την παραγωγή σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η Κίνα έχει περιορίσει εισαγωγές αντλώντας από στρατηγικά αποθέματα, ενώ χώρες του IEA έχουν ήδη χρησιμοποιήσει μέρος των δικών τους. Καθώς τα αποθέματα μειώνονται, η δυνατότητα εξομάλυνσης των διαταραχών περιορίζεται, αυξάνοντας τον κίνδυνο για έντονη ανοδική κίνηση τιμών μέσα στους επόμενους μήνες.
Παγκόσμιο ρίσκο ύφεσης και νέα πληθωριστική πίεση
Η προοπτική παρατεταμένης στενότητας στην προσφορά ενέργειας σημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού διεθνώς μπορεί να ανακοπεί. Ακριβότερα καύσιμα και λιπάσματα αυξάνουν το κόστος μεταφορών και αγροτικής παραγωγής, με κίνδυνο αναζωπύρωσης της ακρίβειας στα τρόφιμα. Αν οι τιμές πετρελαίου κινηθούν σε διπλάσια επίπεδα από τα προπολεμικά, η αναγκαστική «καταστροφή ζήτησης» μέσω υψηλότερων τιμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα παγκόσμια επιβράδυνση ή και ύφεση σε ευάλωτες οικονομίες.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η παράταση της ενεργειακής έντασης στον Περσικό Κόλπο σημαίνει επίμονο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και αυξημένη μεταβλητότητα για τα ναυτιλιακά έσοδα. Οι ελληνικές ναυτιλιακές ωφελούνται βραχυπρόθεσμα από μεγαλύτερες αποστάσεις και υψηλότερα ναύλα, αλλά εκτίθενται σε γεωπολιτικό ρίσκο και αυξημένα ασφάλιστρα. Για τον κρατικό προϋπολογισμό, τυχόν νέα άνοδος τιμών ενέργειας θα πιέσει τα δημοσιονομικά περιθώρια για επιδοτήσεις, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να επανεκτιμήσει τις προβλέψεις για πληθωρισμό και ανάπτυξη. Η ελληνική βιομηχανία και οι μεταφορές καλούνται να ενισχύσουν τη στρατηγική ενεργειακής αποδοτικότητας και διαφοροποίησης προμηθευτών.






