Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επαναφέρει για την Ελλάδα τις ίδιες σχεδόν ενεργειακές συστάσεις, με έμφαση σε αποθήκευση, ΑΠΕ και δίκτυα. Στο στόχαστρο μπαίνουν επίσης οι μεταφορές, όπου η πρόοδος κρίνεται «ισχνή».
Η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου αναμένεται να επιβεβαιώσει ότι, παρά τη βελτίωση βασικών δεικτών, ο πυρήνας των ελληνικών ενεργειακών προκλήσεων παραμένει ίδιος. Η Κομισιόν δείχνει εκ νέου ως κλειδιά την αποθήκευση, τις διασυνδέσεις και τις υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας, συνδέοντάς τες ευθέως με τη μείωση της τιμής του ρεύματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αποθήκευση και ΑΠΕ ως «αντίδοτο» στην αστάθεια τιμών
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε ΑΠΕ, αλλά υπογραμμίζουν ότι χωρίς επαρκή αποθήκευση η αγορά παραμένει εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενσωμάτωση περισσότερων MWh αποθήκευσης θα επιτρέψει την είσοδο περισσότερων MW από ανανεώσιμες πηγές, ενισχύοντας τις ώρες με χαμηλές ή και αρνητικές τιμές χονδρικής και συμπιέζοντας τη μέση τιμή.
Από τον Μάρτιο, οι μπαταρίες έχουν μπει δοκιμαστικά στο ελληνικό ενεργειακό μίγμα, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περίπου 300 MW έως τα τέλη Ιουνίου. Η επίδρασή τους στις τιμές παραμένει σήμερα περιορισμένη, ωστόσο η Κομισιόν βλέπει την αποθήκευση ως κρίσιμο εργαλείο που πρέπει να αναπτυχθεί τόσο σε όγκο όσο και σε ποιότητα, με πλήρη συμμετοχή στη χονδρική αγορά και στην αγορά εξισορρόπησης.
Διασυνδέσεις και δίκτυα για φθηνότερο και πιο σταθερό ρεύμα
Η Επιτροπή εστιάζει επίσης στην ενίσχυση των διασυνδέσεων και γενικότερα των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας. Η αύξηση της δυναμικότητας των δικτύων και ο εξορθολογισμός της αδειοδότησης νέων έργων μεταφοράς θεωρούνται αναγκαίες προϋποθέσεις για να πέσουν οι τιμές και να μειωθούν οι απώλειες στο σύστημα.
Παράλληλα, ζητείται βελτίωση της ποιότητας του δικτύου διανομής, ώστε να περιοριστούν οι τεχνικές και μη τεχνικές απώλειες, που επιβαρύνουν το τελικό κόστος. Στο φορολογικό μέτωπο, η Κομισιόν προτείνει αναπροσαρμογή των ενεργειακών φόρων για να δοθούν σαφή κίνητρα στον εξηλεκτρισμό, καθώς και σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, ιδίως στη βιομηχανία.
Εξάρτηση από το φυσικό αέριο και οριακή τιμολόγηση
Η περσινή έκθεση είχε επισημάνει ότι, παρά την άνοδο του μεριδίου των ΑΠΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα. Οι τιμές χονδρικής του ρεύματος χαρακτηρίζονται ασταθείς και υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, εν μέρει λόγω της μεγάλης εξάρτησης από το φυσικό αέριο για ηλεκτροπαραγωγή.
Η φετινή αξιολόγηση, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν αλλάζει ουσιαστικά την εικόνα: η ελληνική χονδρική αγορά παραμένει εκτεθειμένη στην ευαισθησία των τιμών φυσικού αερίου, λόγω του μοντέλου «οριακής τιμολόγησης», όπου οι ακριβότερες θερμικές μονάδες καθορίζουν το τελικό κόστος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Η Κομισιόν προτάσσει ως απάντηση την ανάπτυξη λύσεων ευελιξίας χωρίς ορυκτά καύσιμα, με έμφαση στην αποθήκευση και την ανταπόκριση ζήτησης.
Υπεράκτια αιολικά: πίεση για ταχύτητα και διατήρηση στόχου
Ξεχωριστή θέση στις συστάσεις καταλαμβάνουν τα υπεράκτια αιολικά. Οι «κομισάριοι» ζητούν μεγαλύτερη επιμονή και ταχύτερες κινήσεις, καθώς τα χερσαία αιολικά αντιμετωπίζουν περιορισμούς από το νέο Ειδικό Χωροταξικό των ΑΠΕ και από τη γενικότερη κόπωση της αγοράς σε νέες εγκαταστάσεις.
Η Επιτροπή καλεί την Ελλάδα να διατηρήσει τον στόχο για 1,9 GW υπεράκτιων αιολικών έως το 2032 και να λάβει μέτρα επιτάχυνσης της διαδικασίας, όπως η ίδρυση ειδικής εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV). Το μήνυμα είναι ότι τα υπεράκτια αιολικά πρέπει να λειτουργήσουν ως αντιστάθμισμα στις δυσκολίες των χερσαίων έργων, ώστε να διασφαλιστεί η πορεία προς τους κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους.
Αυτοκατανάλωση: αγορά σε αναμονή, συστάσεις σε εκκρεμότητα
Στο μέτωπο της αυτοκατανάλωσης, η Κομισιόν αναγνωρίζει τη σημασία της ως βασικού «οχήματος» για τη συμμετοχή του πολίτη στην ενεργειακή μετάβαση. Ωστόσο, η αρμόδια υπηρεσία δυσκολεύεται να διαμορφώσει συγκεκριμένες συστάσεις, καθώς η αγορά εμφανίζεται ουσιαστικά «παγωμένη», εν αναμονή της τροποποίησης της σχετικής Υπουργικής Απόφασης.
Έτσι, η αξιολόγηση περιορίζεται στη γενική κατεύθυνση υπέρ της προώθησης της αυτοκατανάλωσης, χωρίς ακόμη να υπάρχουν μετρήσιμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των νέων ρυθμίσεων. Το κενό αυτό αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για το πώς και πόσο γρήγορα θα μπορέσει η αυτοπαραγωγή να λειτουργήσει ως ανάχωμα στο ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων.
Μεταφορές: «ισχνή» πρόοδος και απαίτηση για ενιαία στρατηγική
Το μεγαλύτερο «καμπανάκι» της Κομισιόν χτυπά στις μεταφορές, όπου η πρόοδος χαρακτηρίζεται «ισχνή» και τα μέτρα αποσπασματικά. Η Ελλάδα, όπως υπενθυμίζει η έκθεση του 2025, διαθέτει έναν από τους παλαιότερους στόλους οχημάτων στην ΕΕ, γεγονός που καθιστά τον τομέα των μεταφορών μία από τις κύριες πηγές εκπομπών CO2.
Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας περιλαμβάνει επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση, όπως η αντικατάσταση παλαιών λεωφορείων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με ηλεκτρικά. Ωστόσο, άλλα μέτρα –ενδεικτικά η αντικατάσταση παλαιών ταξί με ηλεκτρικά– δεν έχουν προσελκύσει επαρκές ενδιαφέρον, ενώ οι κανόνες για την απόσυρση παρωχημένων επαγγελματικών οχημάτων δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά.
Η Κομισιόν ζητά μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τις μεταφορές, με σαφές επενδυτικό σχέδιο και μεταρρυθμίσεις. Στον πυρήνα της στρατηγικής αυτής τοποθετεί την επιτάχυνση της μετάβασης στην ηλεκτρική κινητικότητα, την αναβάθμιση των αστικών και διαπεριφερειακών δημόσιων μεταφορών και τη βελτίωση των σιδηροδρομικών υποδομών και λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης της Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας.
Κλιματική ανθεκτικότητα και ύδρευση στο ραντάρ των Βρυξελλών
Πέρα από την ενέργεια και τις μεταφορές, η Επιτροπή επαναφέρει την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας βασικών υποδομών στην κλιματική αλλαγή, με έμφαση στην υδροδότηση. Ζητείται κατάρτιση σχεδίου για την προσαρμογή των υποδομών, μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου ώστε να ενισχυθούν η ικανότητα και η λογοδοσία των τοπικών παρόχων ύδρευσης, καθώς και μέτρα για την αύξηση της ιδιωτικής ασφαλιστικής κάλυψης έναντι φυσικών καταστροφών.
Οι παρεμβάσεις αυτές συνδέονται έμμεσα και με την ενεργειακή πολιτική, καθώς η ανθεκτικότητα των δικτύων και των υποδομών επηρεάζει το κόστος λειτουργίας, τις ανάγκες επενδύσεων και, τελικά, τους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα καταναλωτή, οι συστάσεις της Κομισιόν μεταφράζονται σε πίεση για ένα πιο σταθερό και, δυνητικά, φθηνότερο ενεργειακό σύστημα, αλλά και σε απαίτηση για ταχύτερες μεταρρυθμίσεις. Η ταχεία ανάπτυξη αποθήκευσης, διασυνδέσεων και υπεράκτιων αιολικών μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και να μειώσει τη μεταβλητότητα των τιμών, άρα και τους λογαριασμούς ρεύματος μεσοπρόθεσμα. Η προώθηση της αυτοκατανάλωσης δίνει στους πολίτες εργαλείο άμυνας απέναντι στο ενεργειακό κόστος, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξεπαγώσουν γρήγορα οι ρυθμίσεις. Στις μεταφορές, μια συνεκτική στρατηγική με έμφαση στη δημόσια συγκοινωνία και την ηλεκτροκίνηση μπορεί να μειώσει το κόστος μετακίνησης, να περιορίσει την εξάρτηση από τα καύσιμα και να δημιουργήσει νέες επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές φόρτισης, στόλους και σιδηροδρομικά έργα, με άμεσο αποτύπωμα στην οικονομία και την απασχόληση.






