Ο Παύλος Μαρινάκης παρουσίασε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την οριστική αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών. Η κυβέρνηση το εμφανίζει ως κλείσιμο θεσμικής εκκρεμότητας δεκαετιών, με έμφαση σε διαφάνεια, θέσεις εργασίας και ενίσχυση του ΕΣΡ.
Μια από τις πιο μακρόχρονες θεσμικές εκκρεμότητες στον χώρο των μέσων ενημέρωσης επιχειρεί να κλείσει η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο για την αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών. Ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, παρουσιάζοντας το σχέδιο νόμου στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, μίλησε για «τέλος σε μια θεσμική και νομική εκκρεμότητα δεκαετιών» και για μετάβαση από ένα «αρρύθμιστο τοπίο» σε καθεστώς σαφών κανόνων και συστηματικού ελέγχου.
Τι αλλάζει στο καθεστώς λειτουργίας των περιφερειακών καναλιών
Εδώ και 28 χρόνια, οι περιφερειακοί σταθμοί λειτουργούν υπό το προσωρινό καθεστώς «νόμιμης λειτουργίας», χωρίς οριστικές άδειες, αλλά με πλήρη συμμετοχή στην αγορά διαφήμισης. Σύμφωνα με τον Παύλο Μαρινάκη, αυτό το καθεστώς επιτρέπει τη χρήση δημοσίου πόρου – των συχνοτήτων – χωρίς αυστηρούς ελέγχους και με περιορισμένη θεσμική λογοδοσία.
Το νομοσχέδιο θεσπίζει ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης, με την οριστική άδεια να αντιμετωπίζεται ως περιουσιακό στοιχείο του σταθμού. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συνδέει την αλλαγή με συνταγματική υποχρέωση για ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου και με αναβάθμιση τόσο του ίδιου του μέσου όσο και του προϊόντος που προσφέρει στο κοινό.
Κριτήρια για άδεια: από τη διαφάνεια στην εργασιακή δέσμευση
Η κυβέρνηση απορρίπτει ρητά το προηγούμενο μοντέλο δημοπρασιών, το οποίο ο Παύλος Μαρινάκης χαρακτηρίζει «αποτυχημένο» και συνδεδεμένο με λογικές πλειοδοσίας και «κλειστό κλαμπ». Αντί αυτού, η διαδικασία αδειοδότησης στηρίζεται σε συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας.
Στον πυρήνα τους βρίσκονται η φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, η διαφάνεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς με γνωστοποίηση κάθε μετόχου από 1% και άνω, ο έλεγχος ποινικού μητρώου, η ύπαρξη ελάχιστου αριθμού εργαζομένων (δημοσιογράφων και λοιπού προσωπικού), οι βασικές κτιριακές υποδομές και ο απαραίτητος τεχνικός εξοπλισμός, καθώς και η πληρότητα προγράμματος.
Η ρύθμιση συνδέει έτσι την πρόσβαση στη συχνότητα με την τήρηση στοιχειωδών κανόνων εταιρικής και εργασιακής λειτουργίας. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται οι θέσεις εργασίας στα περιφερειακά κανάλια και δημιουργούνται προϋποθέσεις για νέες, καθώς ο νόμος επιβάλλει ελάχιστο αριθμό εργαζομένων ανά σταθμό.
Προστασία από «σταθμούς φαντάσματα» και περιορισμοί στη δικτύωση
Κεντρικό επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς είναι η αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ο Παύλος Μαρινάκης κάνει λόγο για «σταθμούς φαντάσματα» ή σταθμούς που δεν πληρούν ελάχιστα κριτήρια, αλλά παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούν τις συχνότητες. Η οριστική αδειοδότηση παρουσιάζεται ως φίλτρο που διαχωρίζει τους «νόμιμους» από τους μη συμβατούς με τους κανόνες της αγοράς και της νομοθεσίας.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο επιχειρεί να διασφαλίσει ότι η περιφερειακή τηλεόραση θα παραμείνει περιφερειακή. Προβλέπονται περιορισμοί και συγκεκριμένοι κανόνες στη «δικτύωση» μεταξύ σταθμών, ώστε να αποτρέπεται η αναμετάδοση ίδιου προγράμματος με τρόπο που υποκρύπτει πανελλαδική μετάδοση. Οι σταθμοί οφείλουν να τηρούν τη φυσιογνωμία για την οποία αδειοδοτήθηκαν – ενημερωτική ή μη – και να συμμορφώνονται με την κείμενη ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία.
Οικονομικό πλαίσιο: συμβολικό τέλος υπέρ ΕΣΡ και επιδοτήσεις
Για όσους λάβουν οριστική άδεια, προβλέπεται ετήσιο κόστος εποπτείας υπέρ του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Ο υφυπουργός το χαρακτήρισε «καθαρά συμβολικού ύψους», συνδεδεμένο με το πραγματικό κόστος άσκησης εποπτικού έργου και διαφοροποιημένο με πληθυσμιακά κριτήρια ανά περιφερειακή ζώνη. Η επιλογή αυτή δείχνει πρόθεση να μην επιβαρυνθούν υπέρμετρα οικονομικά οι σταθμοί, αλλά να εξασφαλιστεί σταθερή χρηματοδότηση για τον ελεγκτικό μηχανισμό.
Πέρα από το τέλος εποπτείας, η κυβέρνηση έχει ήδη θεσπίσει επιδότηση του συνόλου του κόστους εκπομπής που καταβάλλουν τα περιφερειακά κανάλια προς τον πάροχο δικτύου. Η ρύθμιση καλύπτει τα έτη 2026, 2027 και 2028 και αφορά όλους τους νομίμως λειτουργούντες σταθμούς. Πρόκειται για άμεση οικονομική ενίσχυση σε έναν κλάδο με υψηλό σταθερό κόστος, η οποία συνδέεται με τον στόχο καθολικής μετάβασης σε υψηλή ευκρίνεια (HD).
Μετάβαση σε υψηλή ευκρίνεια και στήριξη πολιτών
Το νομοσχέδιο συνδέεται με την τεχνική αναβάθμιση του δικτύου, ώστε όλοι οι περιφερειακοί σταθμοί να μπορούν να εκπέμπουν σε υψηλή ευκρίνεια. Η κυβέρνηση προβλέπει, σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών, πρόγραμμα επιδότησης αντικατάστασης συσκευών για τους πολίτες των οποίων οι τηλεοπτικές συσκευές δεν υποστηρίζουν σήμα υψηλής ευκρίνειας.
Η πρόβλεψη αυτή στοχεύει να αποτρέψει τον κίνδυνο αποκλεισμού νοικοκυριών από την πρόσβαση στο περιφερειακό τηλεοπτικό σήμα λόγω τεχνολογικών περιορισμών. Ταυτόχρονα, εντάσσει την ψηφιακή μετάβαση σε μια λογική κοινωνικής πολιτικής, όπου η αναβάθμιση του μέσου δεν γίνεται σε βάρος της καθολικής πρόσβασης.
Δεύτερη ευκαιρία για σταθμούς και ειδικό καθεστώς για ΟΤΑ
Για τους υφιστάμενους σταθμούς που δεν θα καταφέρουν να αδειοδοτηθούν στην πρώτη φάση, προβλέπεται «δεύτερη ευκαιρία». Θα μπορούν να επανυποβάλουν τον φάκελό τους εντός τριών μηνών, χωρίς να διακόψουν τη λειτουργία τους. Η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αυστηροποίησης των κανόνων και στην αποφυγή απότομων διακοπών λειτουργίας, που θα επηρέαζαν εργαζόμενους και τοπικές κοινωνίες.
Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τις δημοτικές ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι σταθμοί αυτοί δεν εξαιρούνται εκ των προτέρων από τη διαδικασία αδειοδότησης, αλλά αν δεν λάβουν άδεια, ο νόμος τους επιτρέπει να συνεχίσουν τη νόμιμη λειτουργία τους σε τυπική ευκρίνεια. Έτσι, διασφαλίζεται η συνέχιση της λειτουργίας δημοτικών μέσων, έστω με τεχνικό περιορισμό στην ποιότητα εικόνας.
Ενίσχυση ΕΣΡ και θεσμική θωράκιση της εποπτείας
Κομβικό στοιχείο του σχεδίου είναι η ενίσχυση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, που αναλαμβάνει την υλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης και τη μετέπειτα εποπτεία. Ο Παύλος Μαρινάκης μίλησε για «κάτι παραπάνω από επιτακτική» ανάγκη ενίσχυσης του εποπτικού ρόλου του ΕΣΡ, ανακοινώνοντας αύξηση του προσωπικού κατά 62% – από 57 σε 92 άτομα.
Το ΕΣΡ θα στελεχωθεί με ειδικούς επιστήμονες όλων των αναγκαίων κλάδων, ενώ συστήνεται αυτοτελές γραφείο νομικής υποστήριξης. Η θεσμική αυτή ενίσχυση παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για να μην μείνει η νέα ρύθμιση «στα χαρτιά», αλλά να συνοδευτεί από πραγματική, διαρκή εποπτεία της αγοράς και του περιεχομένου.
Ελευθερία του Τύπου και τοπικός χαρακτήρας της ενημέρωσης
Η κυβέρνηση συνδέει το νομοσχέδιο με την «θωράκιση της ελευθερίας του Τύπου», στον πυρήνα της. Ο Παύλος Μαρινάκης το εντάσσει σε μια ακολουθία νομοθετικών και θεσμικών παρεμβάσεων για τα μέσα ενημέρωσης, με στόχο, όπως λέει, την «ουσιαστικά ελεύθερη λειτουργία» τους. Εδώ, η ελευθερία ταυτίζεται με την ύπαρξη διαφανούς πλαισίου, σαφών κανόνων και ενισχυμένης ανεξάρτητης εποπτείας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προγραμματική πληρότητα και την ενίσχυση του τοπικού χαρακτήρα των περιφερειακών σταθμών. Οι σταθμοί καλούνται να τηρούν ποιοτικές προϋποθέσεις ως προς το πρόγραμμά τους και να εκφράζουν «ουσιαστικά τις τοπικές κοινωνίες». Το αφήγημα της κυβέρνησης συνδέει έτσι την αδειοδότηση όχι μόνο με την οικονομική και θεσμική τάξη, αλλά και με τον ρόλο της περιφερειακής τηλεόρασης ως φορέα τοπικής δημοσιότητας και δημόσιου διαλόγου.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, το νομοσχέδιο «βασίζεται στις αρχές της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της βιωσιμότητας» και ενσωματώνει διαχρονικά αιτήματα των περιφερειακών καναλιών, όπως αυτά αναδείχθηκαν στη διαβούλευση με τους φορείς. Το αν οι προβλέψεις αυτές θα μεταφραστούν σε πραγματική αναβάθμιση του περιφερειακού τηλεοπτικού τοπίου, θα κριθεί στην εφαρμογή του νόμου και στην αποτελεσματικότητα του ενισχυμένου ΕΣΡ.
Σχόλιο
: Για τον πολίτη, η ρύθμιση αυτή σημαίνει ότι η περιφερειακή τηλεόραση παύει να λειτουργεί σε «γκρίζα ζώνη» και υποχρεώνεται σε σαφείς κανόνες διαφάνειας, περιεχομένου και εργασιακής συγκρότησης. Αν το νέο πλαίσιο εφαρμοστεί όπως περιγράφεται, ο τηλεθεατής μπορεί να αναμένει πιο σταθερή παρουσία τοπικών σταθμών, με καλύτερη τεχνική ποιότητα και πιο συνεκτικό πρόγραμμα, αλλά και μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου σε περιπτώσεις παραβίασης της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας. Ταυτόχρονα, η επιδότηση κόστους εκπομπής και συσκευών μεταφέρει μέρος του βάρους από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στον κρατικό προϋπολογισμό, άρα και στον φορολογούμενο, κάτι που καθιστά κρίσιμη την αποτελεσματικότητα του ΕΣΡ ώστε ο πολίτης να «πληρώνει» για πραγματική αναβάθμιση και όχι για συντήρηση παθογενειών. Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής κανονικοποίησης στον ευαίσθητο χώρο των ΜΜΕ, ανοίγοντας όμως και ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης για το πώς ορίζεται στην πράξη η ελευθερία του Τύπου και η ισότιμη πρόσβαση στον δημόσιο λόγο.






