Η «οικονομική έκρηξη» που υπόσχεται ο Ντόναλντ Τραμπ για τα 250 χρόνια των ΗΠΑ συνδέεται με ένα αφήγημα ισχυρής ανάπτυξης, χαμηλών τιμών ενέργειας και αμερικανικής υπεροχής. Πίσω όμως από τις πολιτικές διακηρύξεις, το ερώτημα είναι πόσο ρεαλιστικό είναι ένα τέτοιο σενάριο και ποιες θα ήταν οι διεθνείς επιπτώσεις.
Η «οικονομική έκρηξη» που περιέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ σε ομιλία του σε πολιτειακή έκθεση στις ΗΠΑ παρουσιάστηκε ως η φυσική κορύφωση της αμερικανικής ισχύος στα 250 χρόνια από την ανεξαρτησία. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε την υπόσχεση αυτή με πτώση της τιμής της βενζίνης, αυστηρή στάση απέναντι στο Ιράν και επαναφορά της «μεγαλύτερης οικονομίας στην ιστορία», όπως χαρακτήρισε την πρώτη του θητεία.
Πόσο ρεαλιστική είναι μια νέα «οικονομική έκρηξη» στις ΗΠΑ;
Η έννοια της «οικονομικής έκρηξης» προϋποθέτει επιτάχυνση της ανάπτυξης πάνω από το δυνητικό προϊόν, με παράλληλη συγκράτηση του πληθωρισμού και της ανεργίας. Στις ΗΠΑ αυτό θα σήμαινε διατηρήσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης σημαντικά υψηλότερους από τον ιστορικό μέσο όρο, σε μια περίοδο γηράσκοντος πληθυσμού και υψηλού δημόσιου χρέους.
Η υπόσχεση βενζίνης στα 2,50 δολάρια ανά γαλόνι ή χαμηλότερα βασίζεται στην υπόθεση αφενός άφθονης προσφοράς σχιστολιθικού πετρελαίου, αφετέρου γεωπολιτικής πίεσης προς πετρελαιοπαραγωγές χώρες όπως το Ιράν. Ωστόσο, η παγκόσμια αγορά ενέργειας καθορίζεται από πολλαπλούς παράγοντες – από τις αποφάσεις του OPEC+ έως την πράσινη μετάβαση – που περιορίζουν την ικανότητα οποιασδήποτε κυβέρνησης να «εγγυηθεί» συγκεκριμένη τιμή.
Πώς εντάσσεται η ρητορική της «οικονομικής έκρηξης» στο πολιτικό και γεωπολιτικό πλαίσιο;
Η αναφορά του Τραμπ ότι η τρέχουσα ανάπτυξη υπερβαίνει την επίδοση της πρώτης του θητείας εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική μάχη για την αφήγηση της οικονομικής επιτυχίας. Στις ΗΠΑ, η οικονομία αποτελεί κεντρικό κριτήριο ψήφου, με αποτέλεσμα κάθε κυβέρνηση να επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο βασικός μοχλός ευημερίας, ακόμη και όταν οι μακροοικονομικές τάσεις έχουν διαρθρωτικό χαρακτήρα.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η διατύπωση ότι οι ΗΠΑ είναι «ανώτερες από κάθε έθνος που έχει χτιστεί» λειτουργεί ως μήνυμα προς ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία, αλλά και προς τους συμμάχους στην Ευρώπη. Μια Αμερική που αυτοπροβάλλεται ως μοναδικός κινητήρας της παγκόσμιας ανάπτυξης μπορεί να επιδιώξει σκληρότερες εμπορικές διαπραγματεύσεις, αναθεώρηση συμφωνιών και επανακαθορισμό της θέσης της Δύσης στο διεθνές σύστημα.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, μια πραγματική ή προσδοκώμενη «οικονομική έκρηξη» στις ΗΠΑ θα είχε άμεσο αντίκτυπο μέσω της παγκόσμιας ζήτησης, των επιτοκίων και των τιμών ενέργειας. Ισχυρότερη αμερικανική ανάπτυξη τείνει να ενισχύει το δολάριο, να αυξάνει τη ζήτηση για ευρωπαϊκές εξαγωγές και να επηρεάζει τις ροές κεφαλαίων προς τις αναδυόμενες και περιφερειακές αγορές, στις οποίες εντάσσεται και η ελληνική.
Αν η πτώση των τιμών καυσίμων υλοποιηθεί, η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί μέσω χαμηλότερου ενεργειακού κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με θετική επίδραση στον πληθωρισμό και στην ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, ένα σενάριο έντασης με το Ιράν ή άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες, ως αποτέλεσμα πιο επιθετικής αμερικανικής πολιτικής, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, αυξάνοντας το κόστος για μεταφορές, τουρισμό και βιομηχανία στην Ελλάδα.
Σχόλιο
: Για τους Έλληνες επενδυτές και επιχειρήσεις, το κρίσιμο δεν είναι η ρητορική περί «μεγαλύτερης οικονομίας στην ιστορία», αλλά οι πραγματικές αποφάσεις σε δημοσιονομική, εμπορική και ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ. Η στρατηγική διασποράς κινδύνου, η παρακολούθηση της πορείας του δολαρίου και η προετοιμασία για μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας παραμένουν κεντρικά εργαλεία σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η πολιτική επικοινωνία συχνά προηγείται των οικονομικών δεδομένων.
Διαβάστε επίσης:
ΗΠΑ: Βουτιά 20% για τη μετοχή Cerebras μετά τις πρώτες χρήσεις
ΗΠΑ: Η General Atomics αναβαθμίζει σταθμούς για νέα μη επανδρωμένα
#ΗΠΑ #ΝτόναλντΤραμπ #ΠαγκόσμιαΟικονομία #Ενέργεια #ΕλληνικήΟικονομία






