Οι πρώτες 100 ημέρες ενός πολέμου συνήθως καθορίζουν την πορεία του. Στην περίπτωση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν, το ορόσημο των 100 ημερών δεν φέρνει καμία αίσθηση νίκης, καμία ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου και καμία σοβαρή ένδειξη αποκλιμάκωσης.
Αντίθετα, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα φάση αβεβαιότητας, ενώ οι διεθνείς αγορές αρχίζουν να αποτιμούν το πραγματικό κόστος μιας σύγκρουσης που πολλοί στην Ουάσιγκτον χαρακτήριζαν πριν από λίγους μήνες ως μια «σύντομη στρατιωτική επιχείρηση».
Η εικόνα σήμερα είναι εντελώς διαφορετική.
Οι επιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονται. Η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη. Το Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός κανονικής λειτουργίας, ενώ νέα επεισόδια πυραυλικών επιθέσεων και ανταλλαγών πυρών υπενθυμίζουν ότι η περιοχή παραμένει μια πυριτιδαποθήκη χωρίς ορατή ημερομηνία λήξης.
Η αγορά πετρελαίου είναι ο πρώτος μεγάλος χαμένος.
Το Brent κινείται ξανά πάνω από τα 93 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI πλησιάζει τα 91 δολάρια. Οι traders γνωρίζουν ότι όσο το Ορμούζ παραμένει κλειστό ή περιορισμένο, κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να προκαλέσει νέο άλμα στις τιμές της ενέργειας.
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στα καύσιμα.
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών μεταφέρεται ήδη στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στις μεταφορές, στη βιομηχανία και στην παραγωγή τεχνολογικού εξοπλισμού. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και οι τιμές ηλεκτρονικών συσκευών, από smartphones μέχρι εξοπλισμό τεχνητής νοημοσύνης, ενδέχεται να δεχθούν νέες πιέσεις λόγω των προβλημάτων στην παραγωγή πετροχημικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στα κυκλώματα και στους ημιαγωγούς.
Την ίδια στιγμή, οι χρηματιστηριακές αγορές δείχνουν ολοένα και πιο νευρικές.
Η πρόσφατη κατάρρευση του κλάδου των ημιαγωγών με απώλειες άνω του 1 τρισ. δολαρίων σε μία συνεδρίαση απέδειξε πόσο ευάλωτη παραμένει η επενδυτική ψυχολογία. Οι επενδυτές συνεχίζουν να στηρίζουν το αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης, όμως η γεωπολιτική πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι η ανάπτυξη δεν εξελίσσεται σε κενό αέρος.
Όσο η Μέση Ανατολή παραμένει σε κατάσταση πολέμου, οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται, οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν και οι κεντρικές τράπεζες δυσκολεύονται να προχωρήσουν σε χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάσταση αποκτά πλέον και πολιτική διάσταση.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε παρουσιάσει τη στρατιωτική επιχείρηση ως μια αποφασιστική παρέμβαση περιορισμένης διάρκειας. Εκατό ημέρες αργότερα, το αφήγημα αυτό δοκιμάζεται. Η αμερικανική κοινή γνώμη βλέπει έναν πόλεμο που επεκτείνεται χρονικά, αυξάνει το δημοσιονομικό κόστος και διατηρεί υψηλές τις τιμές ενέργειας.
Οι συγκρίσεις με προηγούμενες αμερικανικές εμπλοκές στη Μέση Ανατολή γίνονται όλο και συχνότερες.
Το μεγαλύτερο ερώτημα για τις αγορές δεν είναι πλέον ποιος θα κερδίσει στρατιωτικά. Είναι ποιος θα πληρώσει οικονομικά.
Και μέχρι στιγμής, ο λογαριασμός μοιράζεται σε ολόκληρο τον πλανήτη.
SBC Σχολιο
Οι πρώτες 100 ημέρες του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν δείχνουν ότι η αγορά είχε υποτιμήσει τη διάρκεια και το οικονομικό αποτύπωμα της σύγκρουσης. Εάν το Στενό του Ορμούζ δεν επανέλθει σύντομα σε πλήρη λειτουργία, η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων, υψηλότερων επιτοκίων και χαμηλότερης ανάπτυξης. Το μεγαλύτερο ρίσκο για το δεύτερο εξάμηνο του 2026 ίσως να μην είναι η τεχνητή νοημοσύνη ή οι αποτιμήσεις των μετοχών, αλλά η γεωπολιτική αβεβαιότητα που συνεχίζει να παράγει ακριβότερη ενέργεια και ακριβότερο χρήμα.






