Οι επιπτώσεις της παρατεταμένης κρίσης στη Μέση Ανατολή αρχίζουν να αποτυπώνονται ολοένα και πιο έντονα στις προβλέψεις των διεθνών οίκων για την ελληνική οικονομία. Η Wood αναθεωρεί προς τα κάτω τις εκτιμήσεις της για την ανάπτυξη της χώρας το 2026, προειδοποιώντας ότι η ενεργειακή κρίση και η αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος Ιράν–Ισραήλ μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τη δυναμική της οικονομίας.
Ο διεθνής οίκος εκτιμά πλέον ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2% φέτος, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,5%, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων μέσα στους επόμενους μήνες. Σε περίπτωση που οι τιμές της ενέργειας διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα και η κρίση παραταθεί, ο ρυθμός ανάπτυξης ενδέχεται να περιοριστεί ακόμη και στο 1,4%.
Το πρώτο τρίμηνο έδειξε τα πρώτα σημάδια κόπωσης
Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε φάση επιβράδυνσης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση, έναντι 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ σε τριμηνιαία βάση η ανάπτυξη περιορίστηκε στο 0,2%, καταγράφοντας τον χαμηλότερο ρυθμό των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με την Wood, βασικός παράγοντας της επιβράδυνσης ήταν η υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, καθώς τα νοικοκυριά επηρεάζονται άμεσα από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα που δημιουργεί η γεωπολιτική κρίση φαίνεται να οδηγεί σε πιο συντηρητική στάση τόσο τους καταναλωτές όσο και τις επιχειρήσεις.
Οι επενδύσεις παραμένουν το μεγάλο στήριγμα
Παρά την επιβράδυνση της κατανάλωσης, η επενδυτική δραστηριότητα συνεχίζει να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας στήριξης της οικονομίας.
Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, οι υψηλές εκταμιεύσεις ευρωπαϊκών κονδυλίων και η ισχυρή τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις διατηρούν σε θετική τροχιά τις παραγωγικές επενδύσεις.
Ο ρυθμός επενδύσεων έχει αυξηθεί στο 18,4% του ΑΕΠ, ενώ η επιχειρηματική πίστη εξακολουθεί να κινείται με σχεδόν διψήφιους ρυθμούς, παρά το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Η Wood εκτιμά ότι τα έργα που χρηματοδοτούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την οικονομική δραστηριότητα και μετά το 2026, ακόμη και αν το βασικό πρόγραμμα ολοκληρωθεί τυπικά στο τέλος του έτους.
Κατανάλωση υπό πίεση από πληθωρισμό και ενέργεια
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται πλέον στην ιδιωτική κατανάλωση.
Οι δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν μόλις κατά 0,7% σε ετήσια βάση, από 2,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση των τιμών καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας και υπηρεσιών περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί σταδιακά.
Η Wood επισημαίνει ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό βρίσκονται σε επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από την περίοδο της ενεργειακής κρίσης του 2022, γεγονός που οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε μεγαλύτερη αποταμίευση και περιορισμό δαπανών.
Αγορά εργασίας: Σταθερή αλλά με σημάδια επιβράδυνσης
Η εικόνα στην αγορά εργασίας παραμένει σχετικά ανθεκτική, ωστόσο εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης.
Η αύξηση της απασχόλησης ουσιαστικά σταμάτησε τον Απρίλιο, ενώ το ποσοστό ανεργίας κινήθηκε ανοδικά στο 9,5%, από 8,2% στα τέλη του 2025.
Παρότι δεν υπάρχουν ενδείξεις σοβαρής επιδείνωσης, η δυναμική της αγοράς εργασίας δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή όσο τα προηγούμενα δύο χρόνια.
Τουρισμός και δημόσια οικονομικά κρατούν άμυνες
Ο τουρισμός εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, χωρίς προς το παρόν να καταγράφονται σοβαρές επιπτώσεις από τη γεωπολιτική κρίση.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, ενώ οι πρώτες ενδείξεις από την καλοκαιρινή περίοδο παραμένουν θετικές.
Παράλληλα, η κυβέρνηση διαθέτει σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια λόγω των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και της υπεραπόδοσης των φορολογικών εσόδων. Αυτό επιτρέπει τη λήψη μέτρων στήριξης σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος.
Ο μεγάλος κίνδυνος παραμένει η ενέργεια
Κατά την Wood, ο καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας τους επόμενους μήνες θα είναι οι τιμές της ενέργειας.
Εάν η κρίση στη Μέση Ανατολή οδηγήσει σε παρατεταμένη άνοδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τότε ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός, η κατανάλωση θα πιεστεί περαιτέρω και οι επιχειρήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάπτυξη θα μπορούσε να περιοριστεί αισθητά κάτω από τις σημερινές εκτιμήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η γεωπολιτική σταθερότητα αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της ελληνικής οικονομικής ανάκαμ





